Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2018

Όταν ο άνθρωπος θεολογεί αφ’ εαυτού ή άπιστος ή αιρετικός γίνεται

Γράφει η Αργυρή Γεωργιάδου Νάκου
Την λογική την χάρισε ο Θεός στον άνθρωπο για να τον προσεγγίσει, αν όμως δεν συνοδεύεται από ταπείνωση τότε ο κίνδυνος είναι ο άνθρωπος να πλάσει έναν Θεό στα μέτρα του. Και τότε έχουμε τόσους θεούς, όσοι και οι υπερήφανοι λογικοί άνθρωποι.
Αυτοί που ερμήνευσαν αυθεντικά την Γραφή και την εβίωσαν με λόγο και πράξη είναι οι ανά τους αιώνες Πατέρες της Εκκλησίας εκ των οποίων άλλοι ήταν ολιγογράμματοι και άλλοι μεγάλοι επιστήμονες, όπως θα λέγαμε σήμερα.
Κοινό χαρακτηριστικό όλων των Αγίων, κληρικών ή λαϊκών, είναι η ορθή πίστη στο Θεό.
Όλοι οι άγιοι Πατέρες σε θέματα πίστεως δεν είχαν διαφωνίες κατά κανόνα, όταν όμως προέκυπταν διαφωνίες κάποιου που αναστάτωνε την Εκκλησία με διαιρέσεις, γινόταν Οικουμενική Σύνοδος και ξεχώριζε η ήρα από το σιτάρι.
Αυτή η κοινή πίστη των Πατέρων, που μέσα πράγματι από συγκρούσεις, κρατήθηκε έτσι όπως μας την παρέδωσαν οι Απόστολοι, και την συνέχισαν οι ανά τους αιώνες Πατέρες, είναι ο γνώμων για, να ελέγξουμε και την δική μας πίστη, αν είναι δηλ. ή όχι  ορθόδοξη.
Χωρίς όρια και κανόνες ο νους του ανθρώπου αυθαιρετεί και αυτοσχεδιάζει και αυτό είναι δικό του δικαίωμα και ο Θεός δεν τον δεσμεύει να το κάνει, όμως πρέπει να ξέρει ότι για θέματα πίστεως παίζει με την ψυχή του και υψώνει τον εαυτό του πάνω από αυτούς που έζησαν και έπαθαν για Κείνον και αυτό είναι πολύ επικίνδυνο για αυτούς.
Παρατηρείται λοιπόν η αντίφαση με κάποιους που ενώ σκέφτονται αντορθόδοξα και λειτουργούν ως προτεστάντες, ισχυρίζονται και μάλιστα δημοσίως ότι είναι ορθόδοξοι Χριστιανοί.
Ακούς πυκνά συχνά από «μικρούς» και «μεγάλους» ότι πιστεύουν μεν στον Θεό, αλλά… όχι εκείνο, όχι το άλλο και δεν συμμαζεύεται. Πίστευε ό, τι θέλεις άνθρωπε, δικαίωμά σου, αλλά μην βαυκαλίζεσαι ότι είσαι ορθόδοξος χριστιανός.
Είναι τραγικό δυστυχώς να θεολογεί ο άνθρωπος με το δικό του μυαλό και να ακυρώνει την Εκκλησία του Χριστού.
Η Εκκλησία του Χριστού δηλ. η Ορθοδοξία (για να εξηγούμαστε διότι η κάθε αίρεση ονομάζει τους οπαδούς της Εκκλησία) είναι ένας στίβος όπου οι βαπτισμένοι στο όνομα ενός προσωπικού Θεού και όχι μιας αοράτου δυνάμεως, ενός Θεού που πάτησε γη και έζησε ως άνθρωπος, Θεός ων, ενός Θεού Τριαδικού, ο οποίος στα χρόνια της Π.Δ. δρα ως Πατήρ στα χρόνια της Εκκλησίας από την Ανάληψη και μετά ως Άγιο Πνεύμα, οι βαπτισμένοι λοιπόν στο όνομα αυτού του Θεού είναι εν δυνάμει άγιοι. Έχουν τη δυνατότητα δηλ. να αγιάσουν και αυτό γίνεται με το σταυρικό εκούσιο  θάνατο του Κυρίου, όταν ο άνθρωπος φυσικά τον πιστέψει ως Λυτρωτή και Σωτήρα.
Τι αν αγιάσουν δηλ. ή όχι, αυτό εξαρτάται από την δική τους ελευθερία η οποία τους τοποθετεί εντός ή εκτός του στίβου.
Τα όρια αυτού του στίβου είναι κουτό να πιστεύω ότι εγώ, σαν μονάδα, μπορώ να τα ακυρώσω, να τα στενέψω ή να τα επεκτείνω, και να νομίζω έτσι ότι είμαι μέλος της Εκκλησίας του Χριστού. Αυτομάτως τοποθετούμαι αφ’ εαυτού εκτός Εκκλησίας διότι ακυρώνω τον ίδιο τον Θεό ο οποίος ίδρυσε αυτό το σώμα, την Εκκλησία, διά των Αποστόλων στην αρχική της ύπαρξη, και στη συνέχεια οριοθετήθηκε από Αγίους και αυθεντικούς ερμηνευτές της Γραφής, τους Πατέρες.
Και όλα αυτά τα αναφέρω στην πλανεμένη τοποθέτηση πολλών, που την βροντοφωνούν μάλιστα από τηλεόραση, δηλ. ότι πιστεύουν μεν στο Χριστό αλλά δεν πιστεύουν στο «ιερατείο», όπως περιφρονητικά και συλλήβδην δηλώνουν για όλους τους κληρικούς.
Η δήλωση αυτή, ή η τοποθέτηση αυτή σημαίνει ότι ούτε στον Χριστό πιστεύουν και εξηγούμαι.
Ο θεσμός της ιεροσύνης είναι μυστήριο της Εκκλησίας και οι κύριοι αυτοί, όποιοι κι αν είναι έχουν την ψευδαίσθηση ότι είναι χριστιανοί ορθόδοξοι.
Η ιεροσύνη είναι θεοσύστατο μυστήριο.
Ο ίδιος ο Κύριος την καθιέρωσε. Αν κάποιοι ιερείς προδίδουν τον όρκο τους είναι δικό τους αμάρτημα και δεν δικαιολογούν τη δική μου άρνηση.
Στο ευαγγέλιο που θα ακουσθεί την Κυριακή του Θωμά, ο ίδιος ο Κύριος ο οποίος κεκλεισμένων των θυρών εμφανίζεται μπροστά στους έντρομους Αποστόλους, τους καθησυχάζει λέγοντάς τους «ειρήνη υμίν» και στη συνέχεια τους καθιστά ιερείς, τους χειροτονεί δηλ. για να χρησιμοποιήσω τη γλώσσα της Εκκλησίας.
«Είπεν ουν αυτοίς ο Ιησούς πάλιν· ειρήνη υμίν καθώς απέσταλκέ με ο Πατήρ, καγω πέμπω υμάς· και τούτο ειπών ενεφύσησε και λέγει αυτοίς· λάβετε πνεύμα Άγιον αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται, αυτοίς, αν τινων κρατήτε κεκράτηνται». Δηλ. εδώ ο Κύριος τους χειροτονεί ιερείς και συγχρόνως καθιερώνει και το μυστήριο της εξομολογήσεως που θα τελούν οι ίδιοι.
Στη συνέχεια οι μαθητές του, οι Απόστολοι δηλ. έκαναν άλλους ιερείς και πάει λέγοντας. Σήμερα ένας κληρικός δηλ. χειροτονημένος από κανονικό (δηλ. ορθόδοξο) επίσκοπο συνεχίζει αυτό που διέταξε ο Κύριος στους Αποστόλους και οι Απόστολοι στους επόμενους.
Οι κληρικοί δηλ. έχουν μόνον τη δυνατότητα να περάσουν τη χάρη του Θεού σε μας τους λαϊκούς. Επομένως το αν εγώ ή όποιος άλλος θέλω να ακυρώσω το Ευαγγέλιο συνεπώς τον ίδιο τον Χριστό είναι δικαίωμά του, ως ον πλασμένο ελεύθερο από τον Δημιουργό μου αλλά να μην έχω όμως και τον εγωισμό ή την πλάνη να πιστεύω πως είμαι ορθόδοξος χριστιανός.
Χωρίς ιερείς δεν υφίσταται Εκκλησία. Έτσι το θέλει Εκείνος και έτσι έγινε και γίνεται. Πρέπει να ξέρουν οι βάλλοντες κατά της ιεροσύνης ότι το ογδόντα τοις εκατό (80%) των Αγίων της Εκκλησίας του Χριστού προέρχονται από τις τάξεις του κλήρου που περιφρονητικά αποκαλούν, όσοι σκέφτονται αντορθόδοξα. «ιερατείο» ή «παπάδες».
Την Εκκλησία του Χριστού από την ίδρυσή της την πολεμά ο διάβολος. Και είναι ευνόητο γιατί βάλλεται τόσο πολύ η Ιεροσύνη. Όλοι οι αιρετικοί κατά της ιεροσύνης βάλουν, διότι χωρίς αυτούς αυτομάτως διαλύεται η Εκκλησία. Δεν γίνεται μαντρί χωρίς τσοπάνη, ο οποίος εννοείται αγαπά και φυλάσσει τα πρόβατά του από τους λύκους.
Τώρα αν κάποιος τσομπάνης, γίνει λύκος είναι άλλη ιστορία.
Τέτοιοι λύκοι, οι Φαρισαίοι, σταύρωσαν σίγουρα το Χριστό αλλά εμείς οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι είμαστε πρόβατα όχι εκείνων των λύκων, των Φαρισαίων, που δυστυχώς εξακολουθούν να υπάρχουν και θα υπάρχουν εσαεί αλλά των άλλων που σταυρώθηκαν κι εκείνοι για Κείνον, των Αποστόλων.
Άλλο το ένα και άλλο το άλλο.
Επειδή στο χώρο της Εκκλησίας δυστυχώς όπως και τότε στα χρόνια του Χριστού, υπάρχουν Φαρισαίοι αυτό δεν ακυρώνει την ιεροσύνη και συνεπώς την Εκκλησία αφού χωρίς αυτούς διαλύεται.
Και ένας ορθόδοξος ιερέας να μείνει η Εκκλησία του Χριστού υφίσταται, όπως αποδεικνύεται από τη σύγκρουση με τους αιρετικούς ανά τους αιώνες. Η ποσότητα δεν είναι πάντα κριτήριο αλήθειας και εχέγγυο ποιότητας.
Είναι μεγάλη παγίδα του πονηρού να γενικεύουμε. Η γενίκευση σημαίνει ακύρωση,  διάλυση. Κι όταν πρόκειται για την Εκκλησία που είναι θεανθρώπινος οργανισμός και όχι απλός ανθρώπινος κάτι σαν σύλλογος να πούμε, κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας όταν δημοσίως δηλώνουμε ότι είμαστε ορθόδοξοι Χριστιανοί, δηλ. ανήκουμε σε αυτόν τον οργανισμό που ίδρυσε ο Κύριος και συγχρόνως ακυρώνουμε τον κλήρο που εκείνος εθεσμοθέτησε.
Αν δεν μπορώ να ξεχωρίσω τον θεσμό από τον φορέα επειδή κάποιοι φορείς προδίδουν την ιεροσύνη τους τότε μαζί με τους ιερείς αυτούς που αυτομάτως τίθεται εκτός Εκκλησίας τίθεμαι κι εγώ Extra Ecclesiam.