Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

Ανθρώπινα δικαιώματα και Παγκόσμιο Σύμφωνο για τη μετανάστευση του ΟΗΕ

katanixis.gr: 70 χρόνια μετά ο επικεφαλής της Διεθνούς Αμνηστίας επιβεβαίωσε με κυνικό τρόπο την χρεοκοπία του ανθρωπισμού χωρίς Θεό. "Χωρίς Θεό ο άνθρωπος γίνεται αναγκαστικά άθεος, στη συνέχεια αναρχικός και τελικά μηδενιστής.
Αυτά περιέγραφε μεταξύ άλλων ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, στο βιβλίο του Εκκλησία και Οικουμενισμός ήδη από το 1974 περιγράφοντας τον Ευρωπαίο άνθρωπο ήτοι τον σύγχρονο άνθρωπο.
Σε 70 χρόνια από τώρα μήπως θα γράφονται τα ίδια για το Παγκόσμιο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση;
Ερώτηση κάνουμε...
70 ΧΡΟΝΙΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜAΤΩΝ: ΑΝ ΔΕΝ ΑΓΩΝΙΣΤΟΥΜΕ, ΔΕΝ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ ΤΙΠΟΤΑ
Του Kumi Naidoo, γενικού γραμματέα της Διεθνούς Αμνηστίας
Στις 10 Δεκεμβρίου 1948, πενήντα οκτώ χώρες συμφώνησαν για το πώς θα μπορούσαμε να ζήσουμε με ελευθερία, ισότητα και αξιοπρέπεια. Ωστόσο, αν και έχει υπάρξει πρόοδος, τα οικονομικά και κοινωνικά δικαιώματα συχνά αγνοούνται.
Έχουμε διανύσει πολύ δρόμο από όταν συμφωνήθηκαν τα 30 κύρια δικαιώματα και ελευθερίες στην Οικουμενική Διακήρυξη τον Δεκέμβριο του 1948. Ακόμα και σήμερα, η Διακήρυξη θέτει το πλέον προοδευτικό όραμα για το πώς θα μπορούσε να μοιάζει ο κόσμος μας. Καθώς πλησιάζουμε στην 70ή επέτειό, θα έπρεπε να γράφω ένα εορταστικό κομμάτι για το πόσα έχουμε πετύχει από κοινού αυτές τις δεκαετίες - που αναμφισβήτητα έχουμε - για να κάνουμε αυτό το όραμα πραγματικότητα.
Η αλήθεια είναι ωστόσο ότι το 2018 βλέπουμε την αυξανόμενη μισαλλοδοξία, την ακραία ανισότητα και την αποτυχία των κυβερνήσεων να αναλάβουν συλλογικές δράσεις, που είναι σήμερα απελπιστικά αναγκαίες για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων απειλών. Βρισκόμαστε ακριβώς στην κατάσταση που οι κυβερνήσεις που υιοθέτησαν τη Διακήρυξη, υπόσχονταν ότι θα απέτρεπαν. Κάθε άλλο από το να αποτελεί μια στιγμή εορτασμού, , πιστεύω ότι θα έπρεπε να αξιοποιήσουμε αυτό το ιστορικό ορόσημο για να κάνουμε απολογισμό και να επανεστιάσουμε τον αγώνα, ώστε τα ανθρώπινα δικαιώματα να αποτελέσουν πραγματικότητα για όλους και όλες.
Το δεύτερο άρθρο της Οικουμενικής Διακήρυξης εξηγεί ότι τα δικαιώματα αυτά ανήκουν σε όλους μας - είτε είμαστε πλούσιοι/ες είτε φτωχοί/ες, ανεξάρτητα από το κράτος στο οποίο ζούμε, ανεξάρτητα από το φύλο ή το χρώμα που έχουμε, ανεξάρτητα από τη γλώσσα που μιλάμε ή τις απόψεις ή τις πεποιθήσεις μας.
Αυτή η οικουμενικότητα δεν έχει μετατραπεί σε πραγματικότητα και βλέπουμε ότι αυτή η βασική αρχή, η οποία αποτελεί το θεμέλιο όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υφίσταται σοβαρή επίθεση. Εμείς και άλλες οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων έχουμε υπογραμμίσει επανειλημμένα τον τρόπο με τον οποίο οι αφηγήσεις απόδοσης ευθυνών, μίσους και φόβου έχουν κυριαρχήσει παγκόσμια σε επίπεδο που δεν έχουμε ξαναδεί μετά τη δεκαετία του 1930.
Η νίκη του Jair Bolsonaro στις εκλογές της Βραζιλίας στα τέλη Οκτωβρίου - παρά το πρόγραμμά τους, που τάσσεται ανοιχτά ενάντια στα ανθρώπινα δικαιώματα - αποτυπώνει ξεκάθαρα τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε. Η εκλογή του ως προέδρου της Βραζιλίας θέτει σε τεράστιο κίνδυνο τους αυτόχθονες λαούς και τα quilombolas, τις παραδοσιακές αγροτικές κοινότητες, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, τη μαύρη νεολαία, τις γυναίκες, τους ακτιβιστές/στριες και τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, αν του επιτραπεί να μετατρέψει την απάνθρωπη ρητορική της εκστρατείας του σε δημόσια πολιτική.
Συνδεδεμένα και αδιαίρετα
Πρέπει να αναρωτηθούμε γιατί βρισκόμαστε τώρα ακριβώς στην κατάσταση που επιχειρούσε να αποτρέψει η Διακήρυξη· όταν τα ανθρώπινα δικαιώματα δέχονται επίθεση και απορρίπτονται ως προστασία του «άλλου» και όχι όλων μας; Οι λόγοι είναι περίπλοκοι, αλλά ένα πράγμα είναι σαφές. Τουλάχιστον ένα μέρος της ευθύνης έγκειται στην αδυναμία μας να αντιμετωπίσουμε τα ανθρώπινα δικαιώματα ως ένα εγγενώς συνδεδεμένο και αδιαίρετο σύνολο, το οποίο μας αφορά όλους και όλες.
Η Διακήρυξη δεν διαχώριζε μεταξύ των πολιτικών, πολιτισμικών, οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Δεν διέκρινε μεταξύ της ανάγκης να ικανοποιηθεί το δικαίωμα στην τροφή και της διασφάλισης του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης. Αναγνώριζε την πραγματικότητα ότι - όπως γνωρίζουμε πολύ καλά - αυτά τα δύο είναι εγγενώς συνδεδεμένα. Τις δεκαετίες που ακολούθησαν, οι κυβερνήσεις προκάλεσαν έναν διαχωρισμό μεταξύ αυτών των δύο κατηγοριών δικαιωμάτων, και μια ανισορροπία στον τρόπο με τον οποίο αυτά γίνονταν αντιληπτά και προστατεύονταν.
Οι διεθνείς οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της Διεθνούς Αμνηστίας, πρέπει επίσης να αναλάβουν κάποια ευθύνη για αυτή την ανισορροπία. Είμαστε ευρέως γνωστοί/ες ως μια οργάνωση που κάνει εκστρατείες για τους κρατούμενους/ες συνείδησης - ανθρώπους φυλακισμένους εξαιτίας της ταυτότητας ή των πεποιθήσεών τους - και για το έργο μας σχετικά με τα βασανιστήρια, τον τερματισμό της θανατικής ποινής και την ελευθερία της έκφρασης.
Αρχίσαμε να καταγράφουμε ενεργά και να διοργανώνουμε εκστρατείες για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα μόλις στη δεκαετία του 2000. Έχουμε αναπτύξει από τότε ένα διεθνές έργο που αμφισβητεί τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων σε επαρκή στέγαση, υγεία και εκπαίδευση. Γνωρίζουμε ότι πρέπει να γίνουν πολύ περισσότερα ακόμα.
Το πιο έντονο παράδειγμα για τον λόγο που κάτι τέτοιο είναι τόσο σημαντικό ως ζήτημα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, σχετίζεται με τις συνεχιζόμενες συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Η εμπειρία πολλών ευρωπαϊκών χωρών απέδειξε πόσο ευάλωτες ή πρακτικά ανύπαρκτες είναι οι βασικές μας κοινωνικές προστασίες. Η κατάσταση γίνεται ακόμα χειρότερη, καθώς η νομική προστασία των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων είναι συχνά περιορισμένη στις χώρες αυτές, σηματοδοτώντας την αδυναμία των ανθρώπων να αμφισβητήσουν νομικά την παραβίαση των δικαιωμάτων τους.
Σε πολλές χώρες, οι κυβερνήσεις επέλεξαν να απαντήσουν στην οικονομική κρίση εισάγοντας προγράμματα λιτότητας. Τα προγράμματα αυτά είχαν καταστροφικό ανθρώπινο κόστος και υπονόμευσαν την πρόσβαση των ανθρώπων σε βασικές ανάγκες, όπως η υγειονομική περίθαλψη, η στέγαση και η διατροφή.
«Δεν μπορώ να ζήσω με τον πόνο»
Η Ισπανία είναι ένα εξέχον παράδειγμα, δεδομένου ότι η κυβέρνηση μείωσε τις δημόσιες δαπάνες, συμπεριλαμβανομένης της υγειονομικής περίθαλψης, μετά τη οικονομική κρίση. Αυτό οδήγησε στο γεγονός ότι η υγειονομική περίθαλψη έγινε λιγότερο προσβάσιμη και πιο δαπανηρή. Κάτι τέτοιο έχει ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις σε άτομα με χαμηλότερα εισοδήματα, ειδικά σε άτομα με χρόνιες παθήσεις υγείας, σε άτομα με αναπηρίες, καθώς και στην ψυχική υγεία.
Ένας άνθρωπος, στον οποίο πήραμε συνέντευξη για την έκθεσή μας για το ζήτημα, μας είπε ότι αναγκάστηκε να επιλέξει μεταξύ της αγοράς τροφίμων ή της αγοράς φαρμάκων, επειδή η υγειονομική περίθαλψη ήταν πλέον τόσο ακριβή: «Δεν μπορώ να ζήσω με τον πόνο, πρέπει να πάρω τα φάρμακά μου. Είτε θα πάρω τα φάρμακά μου, είτε θα αυτοκτονήσω [λόγω του πόνου] ... οπότε αν χρειαστεί να πεθάνω από την πείνα, θα το κάνω, γιατί πρέπει να αγοράσω φάρμακα».
Ο τρόπος με τον οποίο οι κυβερνήσεις επέλεξαν να απαντήσουν στις δημόσιες κινητοποιήσεις ενάντια στα μέτρα λιτότητας, αποδεικνύει επίσης το αδιαίρετο των πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων - δεν μπορούμε να έχουμε το ένα χωρίς το άλλο. Στο Τσαντ, γνωρίζουμε ότι τα μέτρα λιτότητας που εφαρμόζουν οι αρχές ώθησαν τους ανθρώπους σε βαθύτερη φτώχεια. Υπονόμευσαν την πρόσβαση στην αναγκαία υγειονομική περίθαλψη και έκαναν την εκπαίδευση μη προσβάσιμη ​​για την πλειοψηφία των ανθρώπων.
Διοργανώθηκαν μεγάλες διαμαρτυρίες και απεργίες σε ολόκληρο το Τσαντ, ως απάντηση στις επιπτώσεις των κυβερνητικών μέτρων λιτότητας. Αντί να ακούσει την κοινωνία, η κυβέρνηση επέλεξε να απαντήσει καταστέλλοντας κάθε διαφωνία. Χρησιμοποίησε υπερβολική βία κατά των διαδηλωτών και τους συνέλαβε, υπονομεύοντας έτσι το δικαίωμά τους στην ειρηνική διαμαρτυρία.
Ενώ η παγκόσμια οικονομική κρίση μπορεί φαίνεται ως εάν να βρίσκεται στο παρελθόν, ωστόσο αντιμετωπίζουμε ακόμα τις κοινωνικές και οικονομικές της επιπτώσεις, αρκετά χρόνια αργότερα. Οι εμπειρίες των ανθρώπων από την ανισότητα, τη διαφθορά, την ανεργία και την οικονομική στασιμότητα, αποδείχθηκε ότι μπορούν να αποτελέσουν ένα ώριμο έδαφος ώστε οι διχαστικοί ηγέτες να διαδώσουν το μήνυμά τους του διαχωρισμού και του μίσους. Αυτό είχε και έχει εκρηκτικές συνέπειες.
«Στροφή προς τα άκρα»
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμμανουήλ Μακρόν επιχείρησε να τοποθετηθεί ενάντια στην άνοδο αυτής της πολιτικής διαχωρισμού που θεμελιώνεται. «Η Ευρώπη τείνει σχεδόν παντού προς τα άκρα, και δίνει πάλι χώρο στον εθνικισμό - χρειαζόμαστε όλη μας την ενέργεια για να τα καταφέρουμε. Έχω εμπιστοσύνη σε εμάς», δήλωσε ο Macron σε μια δημόσια ανακοίνωσή του τον Οκτώβριο.
Ωστόσο, στη Γαλλία, οι άνθρωποι έχουν  σοβαρές ανησυχίες για την πολιτική του Macron σχετικά με τα εργασιακά δικαιώματα, τις συντάξεις και την πρόσβαση στο πανεπιστήμιο. Η Διεθνής Αμνηστία έχει ήδη καταγράψει τους τρόπους με τους οποίους οι γαλλικές αρχές περιορίζουν το δικαίωμα των πολιτών στη διαμαρτυρία, χρησιμοποιώντας ως πρόφαση τους νόμους για την έκτακτη ανάγκη. Ως αποτέλεσμα, είδαμε ότι οι περιβαλλοντολόγοι, οι αγωνιστές/στριες για τα δικαιώματα των εργαζομένων και άλλοι/ες, απαγορεύεται να λάβουν μέρος σε διαμαρτυρίες, χωρίς κανέναν λόγο. Το 2018, οι διαδηλώσεις που καλούσαν σε νόμους που θα σέβονται τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα, αγνοήθηκαν, στην καλύτερη περίπτωση, από τον Γάλλο πρόεδρο ή, στη χειρότερη περίπτωση, καταστάληκαν βίαια από την αστυνομία.
Αυτό είναι ένα μοτίβο που βλέπουμε σε όλο τον κόσμο. Πρέπει επειγόντως να καταστήσουμε τις κυβερνήσεις υπόλογες για την αποτυχία τους να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους σε σχέση με όλα τα δικαιώματα, ανεξάρτητα από τον τρόπο κατηγοριοποίησης τους. Εάν θέλουμε να επιτύχουμε στο να γίνει κάτι τέτοιο πραγματικότητα, πρέπει να προχωρήσουμε πέρα ​​από τις εκστρατείες για το δικαίωμα του λαού να μιλήσει και να διαδηλώσει, πρέπει επίσης πρώτα να δούμε γιατί διαδηλώνουν εξαρχής.
Πάρτε την περίπτωση του Τζαμάλ Κασόγκι, δημοσιογράφου της Σαουδικής Αραβίας, ο οποίος δολοφονήθηκε βίαια τον Οκτώβριο στο προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Τουρκία. Όπως πολλοί υπερασπιστές και υπερασπίστριες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Βασίλειο, στοχοποιήθηκε από το κράτος επειδή επέλεξε να ασκήσει την ελευθερία έκφρασής του - να δηλώσει δημόσια τι σκέφτεται. Στο τελευταίο του άρθρο στην Washington Post, έγραψε για το γεγονός ότι οι συνάδελφοί του Άραβες δεν είναι σε θέση να συζητήσουν ανοιχτά τα ζητήματα που επηρεάζουν την καθημερινή τους ζωή, εξαιτίας της καταστολής της ελευθερίας της έκφρασης:  «Υποφέρουμε από φτώχεια, κακοδιαχείριση και φτωχή εκπαίδευση. Μέσα από τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου διεθνούς φόρουμ, μακριά από την επιρροή των εθνικιστικών κυβερνήσεων που διαδίδουν το μίσος μέσα από την προπαγάνδα, οι απλοί άνθρωποι στον αραβικό κόσμο θα είναι σε θέση να απευθύνουν τα δομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες τους».
Τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι όλα ή τίποτα
Ο Κασόγκι κατέγραψε ακριβώς γιατί τα ανθρώπινα δικαιώματα αποτελούν ένα σύνολο. «Η ελευθερία του λόγου είναι απαραίτητη επειδή μας επιτρέπει να απαιτήσουμε τα άλλα μας δικαιώματα - αλλά η ελευθερία της έκφρασης από μόνη της δεν αρκεί. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο, κατά τη διάρκεια της Αραβικής Άνοιξης του 2011, οι άνθρωποι βγήκαν έξω με το σύνθημα «ψωμί, ελευθερία και δικαιοσύνη».
Αυτό που ακόμα αποτυγχάνουμε να εκτιμήσουμε σήμερα, είναι αυτό που ήταν τόσο οδυνηρά προφανές για τους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πλατεία Ταχρίρ στην Αίγυπτο πριν από επτά χρόνια - ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι στ’ αλήθεια, όλα ή τίποτα. Είτε είστε σε θέση να ασκήσετε όλα τα δικαιώματά σας, είτε δεν έχετε τίποτα. Αυτό που πρέπει να συμβεί στη συνέχεια, αν θέλουμε να κάνουμε σημαντική πρόοδο ώστε τα ανθρωπινά δικαιώματα να αποτελέσουν πραγματικότητα για όλους και όλες, είναι προφανές και επείγον.
Ως κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν πρέπει μόνο να συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε τα δικαιώματα των ανθρώπων να μιλούν ελεύθερα και να διαδηλώνουν, αλλά πρέπει να συνδέσουμε τις οικονομικές και χρηματοοικονομικές αποφάσεις που παίρνουν οι κυβερνήσεις μας, με τις επιπτώσεις τους στα ανθρώπινα δικαιώματα. Πρέπει να συνεργαστούμε με οργανισμούς-εταίρους για να απαιτήσουμε να λογοδοτήσουν για το πού πηγαίνουν τα χρήματα, να αμφισβητήσουμε τη διαφθορά, τις έκνομες χρηματοοικονομικές ροές και τις αδύναμες παγκόσμιες φορολογικές δομές. Όπως είπε ο Κασόγκι, πρέπει να αμφισβητήσουμε τα δομικά ζητήματα με τα οποία βρίσκονται αντιμέτωπες οι κοινωνίες μας.
Πρόκειται για ένα τεράστιο εγχείρημα, και, θα γίνει δυνατό μόνο εάν ενωθούμε όλοι και όλες μαζί και χτίσουμε συμμαχίες με φίλους/ες και συνεργάτες τέμνοντας όλα τα κινήματα – ακτιβιστές/στριες των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, δικηγόρους, σωματεία, κοινωνικά κινήματα, οικονομολόγους και θρησκευτικούς. Και μαζί με τους φίλους/ες μας σε όλες τις περιοχές του κόσμου, πρέπει να διασφαλίσουμε ότι οι φωνές εκείνων που πρέπει να ακουστούν, θα γίνουν πιο δυνατές και έντονες. Μόνο μέσα από την αλληλεγγύη μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν κόσμο χωρίς ανισότητα και αδικία, ο οποίος θα ανταποκρίνεται στις δεσμεύσεις που έγιναν στη Διακήρυξη.