Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

Η Θ. Λειτουργία δεν τελείται εις το όνομα του Επισκόπου. Αίρεση ο επισκοποκεντρισμός του Μητροπολίτη Περγάμου

Ἡ Θεία Λειτουργία δέν τελεῖται εἰς τό ὄνομα τοῦ Ἐπισκόπου. Αἵρεση ὁ ἐπισκοποκεντρισμός τοῦ Μητροπολίτη Περγάμου
ΠΗΓΗ: Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης, Δέν εἶναι σχίσμα ἡ Ἀποτείχιση.
Ὁ διακόπτων τό μνημόσυνο τοῦ Ἐπισκόπου ἐφαρμόζει τήν σύσταση τοῦ 15ου Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τήν ὥρα πού τελεῖ τήν Θεία Εὐχαριστία, τήν ὥρα πού λειτουργεῖ· αὐτό σημαίνει πώς ὁ κανών ἐπιτρέπει τήν τέλεση τῆς Λειτουργίας, χωρίς νά μνημονεύεται ὁ ἐπίσκοπος· δέν ὁρίζει, ὅτι ὁ διακόπτων τό μνημόσυνο πρέπει νά παύσει νά λειτουργεῖ, διότι δῆθεν ἡ Λειτουργία τελεῖται «εἰς τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου», καί ὅπου δέν μνημονεύεται ὁ ἐπίσκοπος τά μυστήρια εἶναι ἄκυρα, κατά τήν πρωτοφανῆ καί πεπλανημένη γνώμη τοῦ Μητροπολίτου Περγάμου κ. Ἰωάννου Ζηζιούλα, ὑπέρ τῆς ὁποίας δέν ὑπάρχει καμμία ἁγιογραφική καί πατερική μαρτυρία, παρά μόνον ὁ αἱρετικός ἐπισκοποκεντρισμός, καί ἡ παπίζουσα δεσποτοκρατία. Θά συνιστοῦσαν ποτέ νά γίνονται ἄκυρα μυστήρια ὁ Μ. Φώτιος καί οἱ λοιποί θεοφόροι Πατέρες τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου, πού συνιστοῦν τήν διακοπή τοῦ μνημοσύνου; Τά μυστήρια ὅλα καί ἡ Θεία Λειτουργία τελοῦνται εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος ἤ εἰς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί ὄχι εἰς τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου. Δέν χρειάζεται νά ἐπεκταθοῦμε περισσότερο γιά αὐτονόητα πράγματα.
Μνημονεύουμε ἁπλῶς ἐνδεικτικά αὐτό πού λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στούς Κορινθίους, πού εἶχαν διαιρεθεῖ σέ ὁμάδες ὀπαδῶν ἐπί κεφαλῆς τῶν ὁποίων ἔβαζαν κάποιους ἀποστόλους-διδασκάλους καί ὄχι τόν Χριστό. Διαμαρτύρεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέγοντας ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀρχηγός τῆς σωτηρίας πού ἐσταυρώθη ὑπέρ ἡμῶν, καί εἰς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ τελοῦνται τά Μυστήρια. «Μεμέρισται ὁ Χριστός; Μή Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπέρ ὑμῶν; Ἤ εἰς τό ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε; Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ, ὅτι οὐδένα ὑμῶν ἐβάπτισα»[1]. Ἄν λοιπόν ὁ οὐρανοβάμων καί θεόπτης Παῦλος ἀρνεῖται ὅτι τελεῖ εἰς τό ὄνομά του τό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος, πόσο ἐγωισμό καί παπική ὑπερηφάνεια κρύπτει ἡ ζηζιούλεια γνώμη ὅτι ἡ Θεία Εὐχαριστία τελεῖται «εἰς τό ὄνομα τοῦ ἐπισκόπου»; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἀποστέλλων τούς μαθητάς εἰς τό κήρυγμα τούς ἔδωσε ἐντολή νά βαπτίζουν εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος: «Πορευθέντες οὖν μαθητεύσατε πάντα τά ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτούς εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» [2]. Συνιστώντας δέ καί ἱδρύοντας τό Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας κατά τήν τέλεση τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου δέν εἶπε ὅτι αὐτό θά τό τελεῖτε στό ὄνομά σας, ἀλλά γιά νά θυμᾶσθε ἐμένα· «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν» [3]. Ἡ Θεία Λειτουργία καί οἱ ἄλλες ἀκολουθίες ἀρχίζουν μέ τριαδολογική ἐπίκληση «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» καί «Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» ἤ «Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν πάντοτε ...». Δέν ἀρχίζουμε μέ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ ἐπισκόπου. Ἄς κάνουν τόν κόπο οἱ ἀδιάφοροι καί ἀδιάβαστοι ἐπίσκοποι, μερικοί τῶν ὁποίων οὔτε τίς ὁμιλίες πού τούς γράφουν ἄλλοι μποροῦν νά ἀναγνώσουν, καί νά δοῦν σέ κάποιο λεξικό τῆς Κ. Διαθήκης (Concordantia) στή λέξη «ὄνομα», γιά νά δοῦν τό ὄνομά ποίου ἐπεκαλοῦντο οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι, γιά νά ἐπιτελέσουν θαύματα; Τό ὄνομα κάποιου ἐξ αὐτῶν ἤ ὅλα ἐγίνοντο «ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», «ὀνομάζοντες τό ὄνομα Χριστοῦ», σέ ἀμέτρητα γεγονότα καί περιστάσεις. Μνημόνευση τοῦ Ἐπισκόπου γίνεται γιά ἄλλους λόγους καί ὄχι γιατί ἀποτελεῖ οὐσιῶδες στοιχεῖο τοῦ Μυστηρίου, χωρίς τό ὁποῖο τό μυστήριο εἶναι δῆθεν ἄκυροΣέ ποιά Ὀρθόδοξη Δογματική διδάσκεται αὐτή ἡ κακόδοξη διδασκαλία; Ὁ ἐπίσκοπος μνημονεύεται, κυρίως γιά νά φανεῖ, ὅτι ὁ μνημονεύων καί ὁ μνημονευόμενος ἔχουν τήν ἴδια πίστη, ὅτι εἶναι ἀμφότεροι ὀρθόδοξοι, ὅτι ὁ μνημονευόμενος ἔχει τήν ἴδια πίστη μέ τόν μνημονεύοντα, εἶναι ταυτογνωμονοῦντες καί ταυτοπιστεύοντες. Δέν παραγνωρίζουμε τήν σημαντική, τήν σπουδαία, τήν πρωτεύουσα θέση πού ἔχει ὁ ἐπίσκοπος στήν Ἐκκλησία, σύμφωνα καί μέ ὅσα λέγει ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας. Ἀλλά ὅλα αὐτά ἰσχύουν, ὅταν πρόκειται περί ὀρθοδόξου ἐπισκόπου καί ὄχι περί ψευδεπισκόπου.
Ἑπομένως ὁ διακόπτων τό μνημόσυνο συνεχίζει νά λειτουργεῖ καί δέν ὑπόκειται «εἰς κανονικήν κατάγνωσιν», σύμφωνα μέ τόν κανόνα, ἄν δέ τοῦ ἐπιβληθεῖ ὁποιαδήποτε ποινή ἀργίας ἤ καθαιρέσεως ἀπό τά ἁρμόδια «ἐκκλησιαστικά» δικαστήρια, αὐτή ὡς ἀντικανονική εἶναι ἄκυρη καί μή ἐφαρμόσιμη. Ἀλλοίμονο, ἄν οἱ διωκόμενοι καί καθαιρούμενοι ἀπό αἱρετικές συνόδους Ἅγιοι Πατέρες πειθαρχοῦσαν καί ὑπήκουαν στίς ἀποφάσεις τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων. Θά εἶχε καταλυθεῖ ἡ Ὀρθοδοξία.
ΠΗΓΗ: Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης, Δέν εἶναι σχίσμα ἡ Ἀποτείχιση. Ὀφειλόμενες ἐξηγήσεις, σειρά Καιρός (Θέματα ἐκκλησιαστικῆς ἐπικαιρότητος) 24, ἐκδ. «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 29-32
[1] Α΄ Κορ. 1, 11-17
[2] Ματθ. 28, 19
[3] Λουκ. 22, 20
Δείτε σχετικά: