Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2019

Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Τα πέντε βαπτίσματα

6 Ἰανουαρίου
Τὰ ἅγια Θεοφάνεια
Ἡ περίοδος αὐτή, ἀγαπητοί μουστὴ γλῶσ­σα τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζεται Δωδεκαή­μερον, διότι διαρκεῖ δώδεκα ἡμέρες. Πρώτη ἡμέρα εἶνε τὰ Χριστούγεννα καὶ τελευταία, μὲ τὴν ὁποία κλείνει ὁ κύκλος, εἶνε ἡ σημερινή (ἂν ἀφαιρεθῇ ἡ χθεσινὴ ἡμέρα, ἡ παραμονή, ποὺ ἦταν νηστεία). Κεντρικὸ πρόσωπο, γύρω ἀπὸ τὸ ὁποῖο στρέφονται ὅλες αὐτὲς οἱ ἑορτές, εἶνε ὁ Χριστός. Στὶς 25 Δεκεμβρίου τὸν εἴ­δαμε ὡς «ἥλιο τῆς δικαιοσύνης» (ἀπολυτ.) ν᾿ ἀ­νατέλλῃ «ἐξ ὕψους» (Λουκ. 1,78), τὸν εἴδαμε νεογέννη­το νὰ κλαυθμυρίζῃ μέσα στὴ φάτνη. Τὴν 1η Ἰανουαρίου τὸν εἴδαμε ὀκταήμερο βρέφος, νὰ δέχεται περιτομὴ καὶ νὰ λαμβάνῃ τὸ ὄνομα Ἰησοῦς, ποὺ σημαίνει σωτήρ, λυτρωτής. Καὶ σήμερα τὸν βλέπουμε ὄχι πλέον νήπιο, ἀλλὰ ὥριμο, τέλειον ἄνδρα, σὲ ἡλικία τριάντα ἐτῶν, νὰ βαπτίζεται στὰ ῥεῖθρα τοῦ Ἰορδάνου.
* * *
Στὸ σημεῖο ὅμως αὐτὸ ὡρισμένοι ρωτᾶνε· –Καλὰ τὰ ἄλλα χρόνια τῆς ζωῆς του, τὰ πρῶ­τα παιδικὰ καὶ τὰ τελευταῖα ἀνδρικὰ μετὰ τὴ βάπτισι· ἀλλὰ τὰ χρόνια τῆς νεότητος, ἀπὸ δώ­δεκα μέχρι τριάντα, ποῦ ἦταν ὁ Χριστός;… Ἐ­δῶ διάφοροι ὀρθολογισταὶ πλάθουν φαντασί­ες. Ὁ Χριστός, λένε, πῆγε στὶς Ἰνδίες κ᾿ ἐκεῖ διδάχθηκε φιλοσοφία… Αὐτὰ ὅμως εἶνε ἀνυπόστατα· τὰ εὐαγγέλια, ποὺ εἶνε ἡ ἀκριβὴς ἐξ­ιστόρησι τοῦ βίου τοῦ Χριστοῦ, λένε τὰ ἀντίθετα. Ὅτι ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴ μικρή του ἡλικία ἔ­μεινε στὴ Ναζαρὲτ καὶ ἐργαζόταν ὡς ξυλουργὸς στὸ ἐργαστήριο τοῦ θεωρουμένου πατέρα του, τοῦ Ἰωσήφ. Γι᾿ αὐτὸ ὠνομάστηκε Ναζωραῖ­ος, ὅπως ἔλεγε καὶ ἡ ἐπιγραφὴ ἐπάνω στὸ σταυ­ρό του· «Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος…» (Ἰω. 19,19). Ἔ­τσι ἦταν γνωστός. Γι᾿ αὐτό, ὅταν ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια πῆγε στὴν πατρίδα του καὶ μίλη­σε στὸ μικρό του χωριό, ὅλοι ρωτοῦ­σαν κατά­πληκτοι· «Μὰ πῶς αὐτὸς ξέρει γράμ­ματα, ἐνῷ δὲν ἔμαθε;» (Ἰω. 7,15). Ὅταν κάποιος φεύ­γῃ ἀπ᾿ τὸ χωριό του, οἱ χωριανοὶ ξέρουν ποῦ πηγαίνει καὶ τί κάνει. Ἐὰν λοιπὸν καὶ ὁ Χριστὸς πήγαινε σὲ δασκάλους καὶ σχολές, θὰ τὸ ἤξεραν. Αὐτοὶ ὅμως λένε· «Πῶς τὰ ξέρει αὐτὸς αὐτά;». Αὐτὸ εἶνε μία βεβαίωσις, ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ἐκεῖ, γνωστὸς ὡς ἐργάτης, ὄχι ὡς διδάσκαλος, ἄσημος μέχρι τὸ τριακοστὸ ἔτος του.
Ἀλλ᾿ ἐνῷ ὁ Χριστὸς ἦταν ἀκόμη ἄσημος, ἀ­νέτειλε στὸν ὁρίζοντα τῆς ἀνθρωπότητος φω­τεινὸ ἀστέρι πρώτου μεγέθους, ὁ Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος. Καὶ ὅπως πρὸ τῆς ἀνατο­λῆς τοῦ ἡλίου ἀνατέλλει ὁ αὐγερινός, ἔτσι πρὸ τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ γεννήθηκε ὁ Πρόδρο­μος, σὰν ἀστέρι ποὺ προμηνύει τὸν ἥλιο.
Ἡ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου εἶνε θαυμαστή. Φυσιογνωμία ἀσκητική, δὲν ἔζησε μέσα στὴ δι­εφθαρμένη κοινωνία. Ἀπὸ μικρὸς πῆγε στὴν ἔρημο, τὴ σχολὴ τῶν φιλοσόφων. Λιτὸς σὲ ὅλα. Φαγητό του ἦταν ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριο, ποτό του τὸ νερὸ τοῦ Ἰορδάνου, ῥοῦχο του μιὰ κάπ­πα ἀπὸ τρίχες καμήλου, στρῶμα του ἡ ἄμμος τῆς γῆς, στέγη του τὰ ἄστρα τ᾿ οὐρανοῦ. Ἐγ­κρατής, ἔζησε σὰν ἄγγελος ἐπὶ τῆς γῆς.
Εἶχε μιὰ μεγάλη ἀποστολή. Ὅταν ἔφτασε ἡ ὥρα, ἄφησε τὴν ἔρημο καὶ ἦρθε κοντὰ στὸν Ἰορδάνη. Ἐκεῖ ἔστησε τὸ προφητικό του βῆ­μα καὶ ἀπὸ ᾿κεῖ ἀπηύθυνε διάγγελμα πρὸς τὸν κόσμο, ποὺ ἄρχισε νὰ τρέχῃ κοντά του. Διάγγελμα αἰώνιο, παγκόσμιο, ἱστορικό, ὄχι σὰν τὰ ἀνούσια καὶ γελοῖα διαγγέλματα τῶν διαφόρων ἀρχηγῶν. Διάγγελμα, ποὺ ἐπανέλαβε καὶ ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Τὸ διάγγελμα αὐτὸ εἶνε μία λέξι πού, ἂν δὲν τὴ νιώ­σῃ καὶ δὲν τὴν ἐφαρμόσῃ ὁ κόσμος, καμμία οὐ­σι­αστικὴ μεταβολὴ δὲν θὰ γίνῃ. Καὶ ἡ λέξι αὐ­τὴ εἶνε τὸ «Μετανοεῖτε» (Ματθ. 3,2· 4,17)· αὐτὸ ἦταν τὸ κήρυγμά του. «Μετανοεῖτε», δηλαδὴ ἀλλάξτε. Ἀλλάξτε τί; Ὄχι ἁπλῶς πουκάμισο καὶ γρα­βάτα, ἀλλαγὴ ἐξωτερική, εὔκολα πράγματα. Τὸ «Μετανοεῖτε» θὰ πῇ ἀλλαγὴ ποὺ ἀγγίζει τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς· σημαίνει ἀλλάξτε τρόπο ζω­ῆς. Αὐτὴ εἶνε ἡ ἀλλαγή. Τὸ «Μετανοεῖ­τε» τὸ ἀπηύθυνε στὸν αἱμομείκτη βασιλιᾶ Ἡ­ρῴδη, στοὺς πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς ἄρ­χον­τες, στοὺς πλουσίους, στὸ λαό, σὲ ὅλους ἀνεξαιρέτως.
Καὶ ὄντως πολλοὶ μετανοοῦσαν. Ἔρχονταν ἐκεῖ στὸν Ἰορδάνη καὶ ἐξωμολογοῦνταν τὶς ἁ­μαρτίες τους. Τὸ ἀκούσατε τί εἶπε τὸ εὐαγγέ­λιο στὶς Ὧρες· «ἐξωμολογοῦντο» (βλ. Ματθ. 3,6. Μᾶρκ. 1,5). Ποῦ εἶνε ἐκεῖνοι ποὺ ρωτοῦν, ποῦ στηρίζε­ται ἡ ἐξομολόγησις; Ἡ ἐξομολόγησις εἶνε μέσ᾿ στὴν Καινὴ Διαθήκη. Ἔρχονταν στὸν Ἰ­ορ­δάνη, βαπτίζονταν κ᾿ ἐξωμολογοῦνταν τὶς ἁμαρτίες τους στὸν Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο.
Ἐκεῖ, ἀνάμεσα στὸ πλῆθος, ἦρθε καὶ ὁ Χριστός. Κανείς δὲν τὸν γνώρισε. Ἀλλὰ ὁ Ἰωάννης ἀντελήφθη, ὅτι ἐνώπιόν του δὲν εἶχε ἕναν ἁπλὸ ἄνθρωπο· εἶχε ἐκεῖνον ποὺ λαχταροῦ­σαν οἱ αἰῶνες, εἶχε τὸ Μεσσία, τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου. Καὶ ὑπεκλίθη. Ὅταν ὁ Χριστὸς τοῦ εἶπε νὰ τὸν βαπτίσῃ, ὁ Ἰωάννης εἶπε· Εἶμαι ἀν­άξιος, «ἐγὼ ἔχω ἀνάγκη νὰ βαπτισθῶ ἀπὸ σένα» (Ματθ. 3,14). Τέλος, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς ἐπέμενε, ὁ Ἰωάννης ὑπέκυψε καὶ τὸν βάπτισε.
Λέει τὸ εὐαγγέλιο κάτι σπουδαῖο – καὶ μία λέξι του ἔχει μεγάλη σημασία. Ἂν προσέξατε, θ᾿ ἀκούσατε νὰ λέῃ, ὅτιὅταν βαπτίσθηκε ὁ Χριστὸς «ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος», ἀ­μέσως βγῆκε ἀπ᾿ τὸ νερό (ἔ.ἀ. 3,16). Τί σημασία ἔ­χει αὐτό; Σημαίνει τὸ ἑξῆς. Ὅλοι οἱ ἄλλοι, ὡς ἁμαρτωλοὶ ποὺ ἦταν, ἔμεναν μέσα στὰ νερά, καὶ ἔτσι ἀπὸ ᾿κεῖ ἐξωμολογοῦνταν τὶς ἁμαρτί­ες τους, καὶ ἄκουγε ὁ Ἰωάννης. Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς –μοναδικὸ φαινόμενο– δὲν εἶχε καμμία ἁμαρτία νὰ ἐξομολογηθῇ· γι᾿ αὐτὸ μόλις μπῆκε βγῆ­κε ἀπ᾿ τὰ νερά. Αὐτὸ σημαίνει τὸ «εὐθύς».
Τότε συνέβη τὸ μέγα μυστήριο. Οἱ ἄπιστοι μπορεῖ ν᾿ ἀμφιβάλλουν. Ἐμεῖς πιστεύουμε· ὁ Χριστιανὸς ἔχει καὶ μία ἄλλη, ἕκτη αἴσθησι, ποὺ λέγεται πίστις. Μὲ τὴν πίστι λοιπὸν πλησι­άζουμε τὸ σημερινὸ μυστήριο, ποὺ ὑπερβαίνει τὴ λογική. Τί συνέβη; Σχίσθηκαν οἱ οὐρανοί, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ οὐρανίου Πατρὸς ποὺ μαρτυροῦσε ὅτι «Αὐτὸς εἶνε ὁ ἀγαπητός μου Υἱός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (ἔ.ἀ. 3,17), καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο σὲ σχῆμα περιστερᾶς κατῆλθε ἐπάνω στὸ Χριστὸ γιὰ νὰ μαρτυρήσῃ «τοῦ λόγου τὸ ἀ­σφαλές» (ἀπολυτ.). Αὐτὸ εἶνε τὸ μέγα μυστήριο· ὅτι φανερώθηκε ὁ Θεός, ἡ ἁγία Τριάς. Καὶ κατὰ τοῦτο διαφέρουμε ἀπ᾿ ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη καὶ θρησκεύματα, ὅτι ἐμεῖς πιστεύουμε στὴν ἁγία Τριάδα. Πατήρ, Υἱὸς καὶ ἅγιον Πνεῦμα· ἁγία Τριάς, ἐλέησον τὸν κόσμον σου!
* * *
Αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἑορτάζουμε σήμερα, ἀγαπητοί μου. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος σὲ μία ὁμιλία του στὰ Φῶτα λέει, ὅτι ὑπάρχουν πέντε βαπτίσματα. Γιὰ μᾶς βέβαια τώρα ἕνα βάπτισμα εἶνε τὸ ἀπαραίτητο· γι᾿ αὐτὸ ὁμολο­γοῦμε «ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Σύμβ. πίστ.). Ἱστορικῶς ὅμως καὶ ἁγιογραφικῶς ὑπῆρ­ξαν πέντε βαπτίσματα. Ποιά εἶνε αὐτά; Τὸ ἕ­να εἶνε τῶν Ἰουδαίων, τὸ βάπτισμα τῆς μωσα­ϊκῆς νομοθεσίας (βλ. Α΄ Κορ. 10,2). Τὸ δεύτερο εἶνε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὸν Ἰορδάνη (βλ. Ματθ. 21,25 κ.ἀ.). Τὸ τρίτο εἶνε τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα· «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθη­τε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. 3,27). Τὸ τέταρτο εἶ­νε τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογή­σεως. Καὶ τὸ πέμπτο, ποὺ κανείς ἀπὸ μᾶς δὲν εἶνε ἄξιος γι᾿ αὐτό, εἶνε τὸ μαρτύριο· οἱ μάρτυρες βαπτίζονται ὄχι πλέον στὰ νερὰ ἀλλὰ μέσα στὸ αἷμα τους. Τὸ βάπτισμα τοῦ αἵματος ὁδηγεῖ μὲ ἀσφάλεια στὴ σωτηρία· διότι μετὰ τὸ μαρτύριο δὲν ὑπάρχει πλέον ἁμαρτία.
Ἐμεῖς ἔχουμε βαπτισθῆ. Ἀλλὰ τελευταίως, μὲ τὴ ῥοπὴ ποὺ ὑπάρχει νὰ ἐκκοσμικεύσουν τὴν πατρίδα μας καὶ νὰ τὴν ἀποκόψουν ἀπὸ τὶς ῥίζες της, ὅπως πλήττουν τὸ γάμο, ἔτσι θέ­λουν νὰ καταργήσουν καὶ τὸ βάπτισμα· θέλουν δηλαδὴ νὰ μὴν παίρνῃ τὸ ὄνομά του ὁ ἄν­θρωπος στὴν ἱερὰ κολυμβήθρα, ἀλλὰ νὰ δη­λώνουμε τὸ ὄνομα τοῦ παιδιοῦ στὸ ληξι­αρχεῖο, σὲ κοσμικοὺς ἄρχοντας. Ἐμεῖς νὰ παρα­μείνουμε λαὸς ὀρθόδοξος, ποὺ πιστεύει καὶ θρησκεύει. Νὰ κρατήσουμε τὸ βάπτισμα καὶ νὰ τὸ δεχώμαστε ὡς ἱερὸ μυστήριο.
Ἐπειδὴ ὅμως μετὰ τὸ βάπτισμα πέφτουμε σὲ διάφορα ἁμαρτήματα, νὰ μὴ ἀμελοῦμε καὶ τὸ ἄλλο βάπτισμα, τῆς μετανοίας. Ἡ Ἐκκλησία μας ἔχει θεσπίσει τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως. Ἀκούσαμε στὸν ἑ­σπερινὸ τὸν προφήτη νὰ φωνάζῃ· «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε…» (Ἠσ. 1,16· Ζ΄ ἀνάγν. ἑσπερινοῦ). Νὰ ὑπακούσουμε στὴ φωνὴ αὐτή, νὰ περάσουμε τὸν Ἰορδάνη τῆς ἐξομολογήσεως καὶ νὰ πλυθοῦμε στὸ δάκρυ τῆς μετανοίας.
Εἴθε ὁ Θεός, τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, νὰ φωτίσῃ ὅλους μας, ὥστε τὸ νέο αὐτὸ ἔτος νὰ εἶνε ἔ­τος μετανοίας. Μετανοίας τῶν ἀρχόντων μας, τῶν πλουσίων, τῶν πτωχῶν, τῶν ἐργα­τῶν, τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν στρατιωτῶν, τῶν κληρι­κῶν, τῶν ἐπισκόπων, μετανοίας μικρῶν καὶ μεγάλων. Διότι μόνο ἔτσι τὸ ἔθνος μας θὰ εἶνε εὐλογημένο εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν Τετάρτη 6-1-1982.