Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2019

Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, Οι Τρεις Ιεράρχαι και η εκκλησιαστική ζωή

Η ΣΚΑΝΔΑΛΩΔΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΙ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥΣ
Τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν
Ἑορτάζουν σήμερα, ἀγαπητοί μου, διδά­σκα­λοι καὶ μαθηταί, ἡ Ἑλληνικὴ παιδεία, ὅλος ὁ ὀρθόδοξος κόσμος· ἑορτάζουν οἱ «τρεῖς μέγι­στοι φωστῆρες τῆς τρισηλίου Θεότητος» (ἀπολυτ.), Βασίλειος ὁ Μέγας, Γρηγόριος ὁ Θεολό­γος καὶ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Μὲ ποιά ἐγ­κώμια νὰ ἐπαινέσουμε «οὓς ἐ­δόξασεν ἡ Τριὰς ἀ­ξίως»; (αἶν.). Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος,«ἐπιλείψει με ὁ χρόνος διηγού­μενον» (Ἑβρ. 11,32) τὰ κατορθώ­ματά τους.
Ὑπῆρξαν πολύεδροι ἀδάμαντες. Ἀλλ᾽ ἀπ᾽ ὅ­λες τὶς πλευρές τους ἔχει ἐνδιαφέρον νὰ δοῦ­με ποιά ἦταν ἡ δική τους στάσι ἀπέναντι στὴν ἐκκλησιαστικὴ κατάστασι τῆς ἐ­ποχῆς τους.
* * *
Πλοῖο εἶνε, ἀγαπητοί μου, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκ­κλησία μὲ κατάρτι τὸν τίμιο σταυρό, ἄγκυρα τὴν ἐλπίδα, καὶ ταξιδεύει μὲ οὔριο ἄνεμο τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο. Κυβερνήτη ἔχει τὸν Κύριον ἡ­μῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ἐπιβάτες τοὺς βαπτι­σμένους πιστούς. Ξεκίνησε ἀπὸ τὶς ἀκτὲς τῆς Γαλιλαίας καὶ πλέει συνεχῶς· περνάει ἀπὸ πε­λάγη καὶ ἀκρωτήρια, μέσα ἀπὸ ὑφάλους καὶ σκοπέλους, ἄλλοτε σὲ γαλήνη καὶ ἄλλοτε σὲ θύελλες καὶ καταιγίδες. Ἀλλὰ ἕνα εἶνε βέβαιο, ὅτι τὸ πλοῖο αὐτὸ κανένα κῦμα, κανένας σατανᾶς, δὲν θὰ μπορέσῃ ποτὲ νὰ τὸ καταπον­τίσῃ. Ὅπως εἶπε ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «κλυ­δωνίζεται, ἀλλ᾽ οὐ καταποντίζεται· χειμάζεται, ἀλλὰ ναυάγιον οὐχ ὑπομένει» (Ἑ.Π. Migne 52,397-8). Ὅ­λα τὰ σκάνδαλα ἱερέων, ἀρχιερέων, ἀρχιεπισκόπων, πατριαρχῶν, ὅλη ἡ φαυλότης τῶν χρι­στιανῶν, τὸ σκάφος τοῦ Χριστοῦ δὲν μποροῦν νὰ τὸ καταποντίσουν. Θὰ πον­τοπορῇ διὰ μέσου τῶν αἰώνων, ἕως ὅτου ῥίξῃ τὴν ἄγκυρά του στὸ λιμάνι τῆς αἰωνιότητος.
Ἔχοντας λοιπὸν στὸ νοῦ μας τὴν εἰκόνα αὐ­τή, ἐρωτοῦμε· ποιά ἦταν ἡ κατάστασι τῆς Ἐκκλησίας τὸν Δ΄ (4ο) αἰῶνα, τότε ποὺ ἔζησαν οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι; Ἦταν γαλήνη; Ὄχι γαλήνη. Τρικυμία! Εἶχαν βέβαια σταματήσει οἱ φοβεροὶ διωγμοί, συνετάρασσαν ὅμως τὴν Ἐκ­κλησία ἄλλοι βίαιοι ἄνεμοι, εἴτε ἀπὸ αἱρέσεις καὶ δογματικὲς ἔριδες, εἴτε ἀπὸ κακοδιοίκησι, φαυλότητα καὶ ἀθλιότητα τῶν ποιμένων. Λέει χαρακτηριστικὰ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· «Ἡ τῆς Ἐκκλησίας γαλήνη, δεξαμένη φθό­ρους ἀνθρώπους, ζάλης καὶ ναυαγίων πληροῦται πολλῶν» (Ἑ.Π. Migne 48,654). Τὰ λέει ὁ Χρυσόστομος αὐτά, δὲν τὰ λέω ἐγώ· μπῆκαν στὴν Ἐκκλησία στοιχεῖα διεφθαρμένα ποὺ τὴ γεμίζουν ἀπὸ ναυάγια πνευματικὰ καὶ ἠθικά.
Δὲν εἶχε λοιπὸν γαλήνη ἡ Ἐκκλησία τότε, συν­­εταράσσετο ἀπὸ κακοὺς ποιμένες, καὶ οἱ πατέ­ρες στὰ ἔργα τους τοὺς ζωγραφίζουν μὲ τὸ πι­νέλλο τῆς ἀληθείας, χωρὶς κακία καὶ ἐμπάθεια. Ἰδού μερικὲς πινελλιὲς ἀπ᾽ τὸ χρωστῆρα τους.
⃞    Πρῶτο ἐλάττωμα ἡ ἀμάθεια, ἡ ἄγνοια. Ἐνῷ ὁ κληρικὸς καὶ μάλιστα ὁ ἐπίσκοπος πρέπει νὰ εἶνε νοῦς καὶ ὀφθαλμὸς ὁρῶν καὶ νὰ ἔχῃ καλὴ γνῶσι, ἐκεῖνοι ἐκτὸς ἐλαχίστων εἶχαν ἀ­μάθεια· ἄγνοια τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Δι­αθήκης, τῶν νόμων καὶ τοῦ θελήμα­τος τοῦ Θεοῦ. Λέει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ὅτι, ἐνῷ γιὰ ὅλα τὰ ἐ­παγγέλματα ἀπαιτοῦνται προσόντα καὶ ἐξάσκησι, γιὰ τὸ ἀνώτερο ἀπ᾽ ὅλα, τὴν ἱερω­σύνη, αὐτὸ δὲν ἰσχύει. Ἡ ποιμαντικὴ καὶ μάλιστα ἡ ἐ­πισκοπική, λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, εἶ­νε «τέχνη τις τεχνῶν καὶ ἐπιστή­μη ἐπιστη­μῶν» (Ἑ.Π. Migne 35,425A). Ἐνῷ λοιπὸν γιὰ ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα χρειάζεται προπαίδεια καὶ χρόνια ἐκπαιδεύσεως, γιὰ τὸ ἐπισκοπικὸ ἀξίωμα δὲν χρειά­ζε­­­ται. Ἀμαθέστατοι ἄνδρες, ποὺ ἀγνοοῦσαν καὶ τὸ ἀλφάβητο τῆς Ὀρθοδοξίας, κατώρθωναν νὰ καταλαμβάνουν μεγάλους θρόνους.
⃞    Ἐκτὸς ἀπὸ ἀμάθεια οἱ περισσότεροι ποιμέ­νες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διακρίνονταν καὶ ἀπὸ αὐθάδεια. Ἐνῷ οἱ εὐλαβεῖς καὶ ταπεινοὶ ἀπέφευγαν τὰ ἀξιώματα, κρύβονταν σὲ σπήλαια, ἔ­­κοβαν ἀκόμη καὶ τ᾽ αὐτιά τους, νὰ μὴν εἶ­νε ἀρ­τιμελεῖς καὶ ν᾽ ἀποφύγουν ἔτσι τὴν ἱερω­σύνη, αὐτοὶ ὡρμοῦσαν καὶ κατελάμβαναν θέσεις ὑ­ψηλές. Θλιβερὸ θέαμα, λέει ὁ ἅγιος Γρηγόρι­ος, νὰ βλέπῃς τὸν ἀστοιχείωτο, ποὺ δὲν μπορεῖ οὔτε νὰ διαβάσῃ τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ εἶνε προϊστάμενος σοφῶν πρεσβυτέρων· νὰ βλέ­πῃς τὸ νεαρό, ποὺ ἀκόμα δὲν ἔβγαλε γέ­νεια, νὰ κρατάῃ ποιμαντορικὴ ῥάβδο καὶ νὰ διοικῇ πρεσβύ­τας· νὰ βλέπῃς τοὺς ἀκρατεῖς καὶ λάγνους νὰ κυβερνοῦν τοὺς σώφρονας.
⃞    Ἄλλο σοβαρὸ ἐλάττωμα τῶν κληρικῶν τῆς ἐποχῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν ἦταν ἡ ἀνηθικότης μὲ τὴ στενὴ ἔννοια. Τότε παρουσιάστηκε αὐτὴ ἡ πληγή, ποὺ ὑπάρχει μέχρι σήμερα. Ἐνῷ οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἄγαμοι ἐν γένει κληρι­κοὶ ἔχουν ὑποσχεθῆ στὸ Θεὸ νὰ μείνουν παρ­θένοι, ἐκεῖνοι ζοῦσαν μιὰ συμβίωσι πού, ὅπως λέει ὁ Ναζιανζηνός, ἦταν «ἄγαμος γάμος» (Ἑ.Π. Migne 38,90Α). Στὶς ἐπισκοπές τους παρουσιάστηκαν γυναῖκες «συνείσακτοι». Προφασιζόμενοι δηλαδὴ αὐτοί, νεώτατοι ἐπίσκοποι, ὅτι ἔχουν ἀνάγκη ὑπηρεσιῶν, νὰ τοὺς μαγειρεύουν καὶ νὰ τοὺς ὑπηρετοῦν, προσέλαβαν στὶς κατοικί­ες τους γυναῖκες, καὶ καλογριὲς ἀκόμα, ποὺ ἔμεναν ἐκεῖ ἡμέρα καὶ νύχτα, καὶ ἡ συμβίωσι μαζί τους δημιουργοῦσε σκανδαλισμό.
⃞    Μία ἐπὶ πλέον κακία τους ἦταν ἡ φιλαργυρία, μὲ τὴν ὁποία γίνονταν πάμπλουτοι ἐκμεταλ­λευόμενοι τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια. Λέει κάπου ὁ ἱε­ρὸς Χρυσόστομος· Σὲ ἤ­ξερα φτωχόπαιδο, οἱ γο­νεῖς σου ζοῦσαν ἀπὸ ἐλεημοσύνες· τώρα σὲ βλέπω νὰ κατοικῇς σὲ μέγαρα καὶ νά ᾽χῃς πλοῦ­­το περισσότερο ἀπ᾽ τὸν Κροῖσο καὶ τὸ Μίδα.
⃞    Ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶπα ἀκόμη τίποτα. Στὴν ἀμάθεια, τὴν αὐθάδεια, τὴ φαυλότητα καὶ τὴ φιλαρ­γυρία – πλεονεξία τῶν ἀρχιερέων προσετέθη καὶ τὸ στέμ­μα τῆς κακίας τους, ἡ θεομπαιξία. Ἦταν θεομπαῖχτες! Τὸ λένε ὁ ἅγιος Γρηγόρι­ος καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος· γιὰ νὰ πάρουν τὸ θρόνο, γιὰ νὰ γίνουν ἐπίσκοποι καὶ μητροπο­λῖ­ται, ἀφοῦ χρησιμοποιοῦσαν ἄτιμα μέσα, κατόπιν παρίσταναν καὶ τοὺς …θεοσεβεῖς.
Λέει καὶ ὁ Μέγας Βασί­λειος σὲ μία ἐπιστολή του, ὅτι ἕνας δοῦλος, ποὺ τὸν εἶχαν στὸν ἀ­­λευ­ρόμυλο νὰ γυρί­ζῃ τὶς μυλόπετρες, εἶπε· Τί κάθομαι ἐδῶ κι ἀλέθω; δὲν πάω νὰ γίνω δεσπό­της νὰ ζῶ καλά;… Προσκολλήθηκε λοι­πὸν σὲ μιὰ κυρία τῆς ἀριστοκρατίας καὶ δι᾽ αὐ­τῆς κατώρθωσε νὰ πάρῃ ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγαλυτέ­ρους θρόνους, νὰ γίνῃ μητροπολίτης. Καὶ σὰ νὰ μὴν ἔφτανε αὐτό, τὴν ἑπομένη πάνω ἀπὸ τὸ θρόνο ἰσχυριζόταν· Μὲ ἐξέλεξε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅ­γιο… Ὤ τῆς θεομπαιξίας καὶ τῆς ἀν­αιδεί­ας σου, λέει, ν᾽ ἀνακα­τεύῃς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο μὲ τὶς ἀ­θλιότητές σου!
Προσκυνοῦσαν ναυάρχους, στρατηγούς, γυ­ναῖκες, τὸν ἕνα – τὸν ἄλλο, παραγκώνιζαν ἐν­­αρέτους καὶ ἀξίους, καὶ κατόπιν ὑποδύον­ταν τὸν εὐλαβῆ. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζι­ανζη­νὸς τοὺς χαρακτήριζε ὡς ἄγευστους ἀ­πὸ ζωὴ σκληραγωγίας, ἀδοκίμαστους σὲ ἀντιξοότητες, σὰν ἀπὸ ζάχαρη. Ἦταν ζαχαρᾶτοι, ἀ­τσαλά­κωτοι – νὰ μεταχειριστῶ τὴ λέξι αὐτή.
Τὸν γενναῖο ἀξιωματικὸ θὰ τὸν δῇς σκονισμένο, ἀπεριποίητο. Τὰ παλληκάρια τοῦ ᾽12, ποὺ ἔφτασαν μέχρι τὴ Σόφια καὶ τὴν Ἄγ­κυρα, τοὺς ἔβλεπε κανεὶς μέσ᾽ στὴ μάχη κνισαλέους ὅπως θά ᾽λεγε ὁ Ὅμηρος, τραυματισμένους, ματωμένους, ἀνακατεμένους· δὲν διέκρι­νες ἂν εἶνε ἀξιωματικός, συνταγματάρχης, ἢ ἁ­­πλὸς μαχητής. Κ᾽ ἐνῷ αὐτοὶ στὴν πρώτη γραμμὴ πολεμοῦσαν μὲ τὸ σάλπισμα «ἐμπρός!», στὴν Ἀ­θή­να ἔ­βλεπες, «στοῦ Ζαχαράτου» (κοσμι­κὸ καφ­φενεῖο τῆς πλατείας Συντάγματος), κάτι κουραμπιέδες ὅπως ἔλεγε ὁ λαός, κάτι ἄκαπνοι, ποὺ δὲν γνώρισαν ποτέ τὸν καπνὸ τῆς μάχης, νὰ κά­θωνται σκοτώνοντας τὸν καιρό τους.
Ἔτσι καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ τῆς ἐπο­χῆς τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Ἦταν κάτι καλομαθημένα ἀν­θρωπά­ρια, ποὺ ποτέ τους δὲν ἀσκήτεψαν γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, δὲν γνώρισαν τὸ δάκρυ καὶ τὸν πόνο, δὲν ἄνοιξαν τὰ ἱερὰ Εὐαγγέ­­λια, δὲν δίδαξαν τὸ λαό· κάτι «ἄνδρες οὐκ ἄν­δρες» ὅπως λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός· ἄντρες χωρὶς ἀνδρεία, ἄντρες ἄνανδροι, ἄν­τρες στὸ ὄνομα ἀλλ᾽ ὄχι στὸ φρόνη­μα. Καταλαβαίνετε γιατί τὸ ἔλεγε ὁ ἅγιος Γρη­γόριος τὸ «ἄνδρες οὐκ ἄνδρες»! Αὐτοὶ κατώρ­θωναν νὰ καταλαμβάνουν καίριες θέσεις καὶ νὰ κατευθύνουν τὴν Ἐκκλησία, μὲ σμήνη νεαρῶν καιροσκόπων κολάκων γύρω τους.
Ὅταν ὅμως παρουσιάζωνται τέτοια φαινόμε­να, ὅταν τέτοια πρόσωπα κυριαρχοῦν, στὸ πρόσωπο αὐτῶν, ὅπως λέει κάποιος συγγραφεύς, θριαμβεύει ἡ κακία· καὶ ἡ νίκη τῆς κακί­ας κατὰ τῆς ἀρετῆς εἶνε σύμπτωμα καταπτώσεως.
* * *
Τέτοια μὲ λίγα λόγια ἦταν, ἀγαπητοί μου, ἡ κατάστασι τῆς Ἐκκλησίας στὴν ἐποχὴ τῶν Τρι­ῶν Ἱεραρχῶν. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· τί ἔ­καναν ἐκεῖνοι ἀπέναντι σὲ ὅλ᾽ αὐτά; Ἔ­βλεπαν τὰ σκάνδαλα καὶ τὴ διαφθορὰ καὶ ἔ­κλειναν τὰ μάτια τους, ἔφραζαν τ᾽ αὐτιά τους καὶ σι­ωποῦ­σαν ἀδιαφορώντας γιὰ τὴν Ἐκκλησία;
Ὄχι! ἀντέδρασαν ἐναντίον τῆς διαφθορᾶς. Ποιά ὅμως ἦταν ἡ ἀντίδρασι τῶν πατέρων, θὰ χρειαστῇ νὰ δοῦμε σὲ ἄλλη ἰδιαίτερη ὁμιλία, ποὺ θὰ κάνουμε σὺν Θεῷ ἐν καιρῷ.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ὁμιλία εἰς τὸ εὐαγγέλιον τῆς ΙΕ΄Κυριακῆς Λουκᾶ, Μεσολόγγι 30-1-1938