Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

Ολόκληρη η επιστολή του Πατριάρχη Κύριλλου προς τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο

Γράμμα του Προκαθημένου της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας προς τον Παναγιώτατο Πατριάρχη Βαρθολομαίο εξαιτίας των αντικανονικών ενεργειών, τις οποίες το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως επιχειρεί στην Ουκρανία
Σε απάντηση προς το Γράμμα του Παναγιωτάτου Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου, όπου ενημέρωσε για την “αποκατάσταση” των Ουκρανών σχισματικών και την “άρση ισχύος” του με περισσότερα από 300 χρόνια ιστορίας εγγράφου, το οποίο παραχωρούσε την Ιερά Μητρόπολη Κιέβου υπό τη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας, τη διεξαγωγή στο Κίεβο της “κληρικολαϊκής συνελεύσεως”, την αποδοχή στην κοινωνία των μη κανονικών οντοτήτων καθώς και την πρόθεση στις επόμενες ημέρες να εκχωρήσει “αυτοκεφαλία” στη συγκροτηθείσα από την ἐν λόγῳ συνέλευση κοινότητα, ο Αγιώτατος Πατριάρχης Μόσχας και Πασών των Ρωσσιών Κύριλλος απέστειλε Γράμμα, όπου εξέφρασε το βαθύ πόνο, την απορία και την αγανάκτησή του εξαιτίας των αντικανονικών ενεργειών του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΤΟΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΝ
Παναγιώτατε,
Μετὰ πόνου βαθέος, ἀπορίας καὶ ἀγανακτήσεως ἐμελέτησα τὸ Γράμμα Ὑμῶν, δι’οὗ φέρνετε εἰς γνῶσιν μου τὰς τελευταίας ἐνεργείας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησίας: τὴν ἔνταξιν εἰς τὴν μετ’αὐτῆς κοινωνίαν τῶν μή κανονικῶν κοινοτήτων τῆς Οὐκρανίας, τὴν «ἀνάκλησιν» τοῦ Γράμματος τοῦ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Διονυσίου Δ’, δι΄οὗ ἡ Ἱερὰ Μητρόπολις Κιέβου ὑπετάσσετο ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, τὴν σύγκλησιν ἐν Κιέβῳ «τοπικής κληρικολαϊκῆς συνόδου» συμμετοχῇ τῶν μή κανονικῶν ὀντοτήτων, ἅς ἐδέξασθε εἰς τὴν μεθ’Ὑμῶν κοινωνίαν, τὴν ἀνάδειξιν ὑπὸ τούτων τοῦ «προκαθημένου τῆς νέας αὐτοκεφάλου ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας», τὴν πρόθεσιν χορηγήσεως κατὰ τὰς ἑπομένας ἡμέρας τοῦ καθεστῶτος αὐτοκεφάλου Τοπικῆς Ἐκκλησίας τῇ ἱδρυθείσῃ ὑφ’Ὑμῶν κοινότητι.
Ἡ μέν ἐπανένωσις τῶν σχισματικῶν μετὰ τῆς Ἐκκλησίας θά ἦτο μεγάλη χαρὰ τόσον διὰ τοὺς Ὀρθοδόξους τῆς Οὐκρανίας, ὅσον καὶ διὰ σύμπασαν την Ὀρθοδοξίαν, πραγματοποιηθησομένης ταύτης κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κανονικοῦ δικαίου, ἐν πνεύματι εἰρήνης καὶ ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ. Ἡ δέ σημερινὴ πολιτικοποιημένη διαδικασία ὑποχρεωτικῆς ἑνώσεως μακρὰν ἀπέχει τῶν ἀρχῶν καὶ τοῦ πνεύματος τῶν ἱερῶν κανόνων. Συμπορεύεται μὲ τεραστίαν ἐπισώρευσιν ψεύδους, ἐνῶ τώρα πλέον καὶ μὲ βίαν κατὰ τῆς τῷ ὄντι Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Αὐτὴ αὕτη εἶναι ἡ Ἐκκλησία τῶν ἑκατομμυρίων Οὐκρανῶν πιστῶν, τὴν ὁποίαν καθ’ὅλον τὸ διάστημα τῆς θητείας Ὑμῶν μέχρι προσφάτως ἀνεγνωρίζετε ὡς κανονικὴν, τώρα δέ κάνετε πώς δέν ὑπάρχει καὶ ὑπάρχουν μόνον ἐπιμέρους ἐπαρχίαι τινες, αἱ ὁποῖαι  ἐπανῆλθον ὑπὸ τὸ Ὑμέτερον ὠμοφόριον.
Οἱ συμβουλάτορες ὑμῶν διεβεβαίουν Ὑμᾶς ὅτι ἡ ἱεραρχία τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας δήθεν ἦτο πρόθυμος νά ὑποστηρίξῃ τὸ πολιτικὸν σχέδιον τῶν Κιεβινῶν ἀρχῶν, δήθεν ἡ σεβαστὴ μερίς, τουτέστιν δεκάδες κανονικοὶ ἐπίσκοποι, μόνον τὴν εὐλογίαν Ὑμῶν ἀνέμενον διὰ νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν οἰκείαν αὐτῶν Ἐκκλησίαν. Πολλάκις προειδοποίησα Ὑμᾶς ὅτι παραπλανοῦν Ὑμᾶς. Τώρα πλέον δύνασθε νά βεβαιωθεῖτε τοῦτο ἰδίοις ὀφθαλμοῖς.
Εἰς τὴν λεγομένην «τοπικὴν κληρικολαϊκὴν σύνοδον», τὴν ὁποίαν Ἐσεῖς συνεκαλέσατε, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τῆς τρόικας, τῆς συγκροτηθείσης ἐκ τοῦ ἀντιπροσώπου Ὑμῶν, τοῦ αὐτοκλήτου «πατριάρχου» (ἐπονομαζομένου πλέον «ἐπίτιμος») καὶ τοῦ κοσμικοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Οὐκρανικῆς Πολιτείας, παρέστησαν μόνον δύο ἐκ τῶν 90 ἐπισκόπων τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνο, ὅπερ ὀνομάζετε «τοπικήν κληρικολαϊκήν σύνοδον», κατέληξεν εἰς συνέλευσιν σχισματικῶν ὑπὸ τὴν κάλυψιν τοῦ  ὀνόματος τῆς Ἁγίας Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Τί εἶναι, εἰ μὴ ἡ νομιμοποίησις τοῦ Οὐκρανικοῦ σχίσματος, τὴν ὁποίαν ἐδεσμεύθητε δημοσίως νά μήν ἐπιτρέψετε;
Εἰς τὰς ἀποφάσεις Ὑμῶν ἐπικαλεῖσθε τὴν βούλησιν τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ τῆς Οὐκρανίας, ὁ ὁποῖος δήθεν ζητεῖ τὴν παρέμβασιν τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Καὶ ὅμως, ἡ βούλησις τῆς συντριπτικῆς πλειονοψηφίας τῶν κληρικῶν καὶ τῶν πιστῶν, τῶν τῷ ὄντι ἐκκλησιαστικῶν ἀνθρώπων τῆς Οὐκρανίας, ἦτο ἐκείνη, ἥτις παρεκίνησε τοὺς ἐπισκόπους τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά μήν ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰς Ὑμετέρας προσκλήσεις καὶ νά δηλώσουν ἀποχὴν ἐκ τῆς οὕτως λεγομένης «ἐνωτικῆς συνόδου» τοῦ Οὐκρανικοῦ σχίσματος.
Ἐκ τῶν δύο μνημονευθέντων ὑφ’Ὑμῶν ἐπισκόπων τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, οὕς, εἰς παράβασιν κανόνων, ἐνετάξατε εἰς τὴν δικαιοδοσίαν Ὑμῶν, εἷς μόνον ἦτο ἐπαρχιοῦχος. Καὶ ὅμως, οὔτε ὁ εὐαγὴς κλῆρος, ἀλλὰ οὔτε καὶ τὸ ποίμνιον τῆς ἐπαρχίας αὐτοῦ, ἠσπάσθησαν τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ. Τοῦ μητροπολίτου Συμεών καθυποβληθέντος εὐλόγως τῇ ποινῇ τῆς ἀργίας ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, πάσαι αἱ Ἱεραὶ Μοναὶ καὶ ἡ συντριπτικὴ πλειονοψηφία τῶν ἐνοριῶν, μετὰ τῶν οἰκείων αὐτῶν κληρικῶν, ἔμειναν ὑποτεταγμένοι τῷ νέῳ κανονικῷ ἀρχιεπισκόπῳ Βίνιτσα καὶ Μπαρ Βαρσανουφίῳ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, αἱ τοπικαὶ ἀρχαὶ μὲ βίαν ἀπειλοῦν τοὺς ἱερεῖς, τῶν κληρικῶν, τῶν μοναζόντων καὶ τῶν λαϊκῶν μή ἐπιθυμούντων κοινωνίαν μὲ ἀρχιερέα, ὅστις πρόδωσεν τούτους καὶ τὴν Ἐκκλησίαν.
Ὁ μνημονευθείς ὑφ’Ὑμῶν μητροπολίτης Ἀλέξανδρος, καὶ οὗτος καθυποβληθείς τῇ ποινῇ ἀργίας ὑπὸ τῆς ἐν Κιέβῳ Συνόδου, εἴχε ὑπὸ τοῦτον ἕνα Ναὸν: ἐντὸς κοινότητος αὐτοῦ ἀνέκυψε διένεξις, ἐνῶ οἱ πλεῖστοι δε κληρικοὶ τοῦ Ναοῦ ἀπέφυγον τὴν συλλειτουργίαν μετὰ τοῦ ἀποσχισθέντος ἀρχιερέως.
Ἡ ἀπόφασις ἀρχῆς τῶν ἱεραρχῶν τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νά ἀπόσχουν τῆς συγκληθείσης ὑφ’Ὑμῶν ψευδοσυνόδου δέν ἐξηγεῖται διὰ τῆς ἀνυπάρκτου «πιέσεως τῆς Μόσχας», ὅπερ θά ἦτο μάλιστα ἀδύνατον ὑπὸ τὰς κρατούσας πολιτικὰς συνθήκας, ἀλλὰ διὰ τῆς ἑνότητος μεταξὺ τῶν ἱεραρχῶν καὶ τοῦ ἱεροῦ κλήρου καὶ τῶν πιστῶν. Ἡ τοιαύτη ἑνότης δέν φοβεῖται οὔτε τὴν κατάφωρον ἀνάμειξιν τῶν ἀρχῶν τῆς Οὐκρανίας εἰς τὸν ἐσωτερικὸν βίον, ἀλλὰ οὔτε τὴν πολλαπλασίως αὐξηθεῖσαν κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας κρατικὴν πίεσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Δέν διαλύεται καὶ μὲ μία μονοκοδυλιά.
Διὰ τοῦ Ὑμετέρου Γράμματος ἐπιχειρεῖτε ἀναθεώρησιν τῆς ἐννοίας τοῦ σώματος κειμένων, τῶν ὑπογραφέντων τὸ ἔτος 1686 ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑμῶν Πατριάρχου Διονυσίου Δ’ καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως. Ἐπὶ ἑκατονταετίας δέν ὑπῆρχον μεταξύ τῶν ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν διαφωνίαι ὡς πρὸς τὸ περιεχόμενον τῶν ἱστορικῶν ἐγγράφων τούτων. Καὶ τώρα ἔρχεσθε καὶ δηλοῦτε τὴν «ἀνάκλησιν» τοῦ Πατριαρχικοῦ καὶ Συνοδικοῦ Γράμματος, «τῶν ἐξωτερικῶν συνθηκῶν μεταβληθεισῶν».
Εἰσηγήθην εἰς Ὑμᾶς τὴν διεξαγωγὴν συνομιλιῶν ἐπὶ τοῦ θέματος, συμμετοχῇ καὶ τῶν ἐγκρίτων ἱστορικῶν, θεολόγων καὶ εἰδικῶν εἰς τὰ θέματα τοῦ κανονικοῦ δικαίου τῆς Ἐκκλησίας. Ἠρνήσασθε, ἐπικαλούμενος τὴν ἔλλειψιν χρόνου. Λύπην μόνον δύναμαι νά ἐκφράσω ὅτι αἱ καταστροφικαὶ Ὑμῶν διὰ τὴν ἑνότητα συμπάσης τῆς Ἐκκλησίας ἀποφάσεις τόσην ἐξάρτησιν ἔχουν ἐκ τῶν «ἔξω», δηλονότι τῶν πολιτικῶν συνθηκῶν, ὅπερ ἄνευ συστολῆς  καὶ ἀπεριφράστως καθίστατε γνωστὸν.
Τὸ Γράμμα Ὑμῶν ἐμπεριέχει διὰ τὴν πολλοστὴν φορὰν ἐπαναλήψεις τῶν ἐπιμάχων ἰσχυρισμῶν ὅτι ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως δήθεν ἔχει «ἀποκλειστικὴν εὐθύνην τῆς χορηγήσεως Αὐτοκεφαλίας» καὶ τῆς ἐκδικάσεως ἐκκλήτων προσφυγῶν ἐκ τῶν ἄλλων κατά τόπους Ἐκκλησιῶν, συμφώνως «πρὸς τὸ πνευματικὸν περιεχόμενον» τῶν κανόνων θ’ καὶ ιζ’ τῆς ἐν Χαλκηδόνι Συνόδου. Ἑρμηνεία, ὅμως, ἥν ἐπιχειρεῖτε νά δώσητε εἰς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δήθεν ἔχετε, οὐδέποτε ἀπολάμβανε καθολικῆς ἀποδοχῆς ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ἔγκριτοι σχολιασταὶ τοῦ κανονικοῦ δικαίου ἔφεραν ὁλόκληρην σειράν ἀντιρρήσεων κατὰ τῆς Ὑμετέρας κατανοήσεως τοῦ δικαιώματος ἀποδοχῆς ἐκκλήτου ὑπὸ τοῦ Θρόνου Κωνσταντινουπόλεως. Οὔτε αἱ σύγχρονοι κατὰ τόπους Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι δέχονται τὸ τοιοῦτο προνόμιον Ὑμῶν.  Οὕτως, ὁ σπουδαῖος Βυζαντινὸς κανονολόγος Ἰωάννης Ζωναρᾶς σημειώνει: «Οὐ γάρ πάντων δέ τῶν μητροπολιτῶν πάντως ὁ Κωνσταντινουπόλεως καθιεῖται δικαστής, ἀλλά τῶν ὑποκειμένων αὐτῷ. Οὐ γάρ δή καί τούς τῆς Συρίας μητροπολίτας, ἤ τούς τῆς Παλαιστίνης, καί Φοινίκης, ἤ τούς τῆς Αἰγύπτου, ἄκοντας ἑλκύσει δικάσασθαι παρ᾿ αὐτῷ. ἀλλ᾿ οἱ μέν τῆς Συρίας, τῷ τῆς Ἀντιοχείας ὑπόκεινται φόρῳ, οἱ δέ τῆς Παλαιστίνης, τῷ τοῦ Ἱεροσολύμων, οἱ δέ τῆς Αἰγύπτου, παρά τῷ Ἀλεξανδρείας δικάσονται, παρ᾿ ᾧ καί χειροτονοῦνται, καί οἷς περ ὑπόκεινται».
Διὰ τοῦ σφετερισμοῦ, ὅμως, τοιούτου δικαιώματος, ἐν προκειμένῳ δέν ἡσχολήθητε ἀκόμη μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἰσχυουσῶν κανονικῶν ἀρχῶν, τῶν καθοριζουσῶν τὰς ἐνεργείας τῆς πλευρᾶς, ἥτις ἀποδέχεται τὸ ἔκκλητον.
Γνωστὸν τυγχάνει ὅτι ὁ Μιχαὴλ Ντενισένκο ἐξακολούθει νά ἐνεργεῖ, τῶν ἐπιβληθέντων εἰς τοῦτον ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτιμίων καὶ ἀφορισμοῦ ἀπὸ τῆς Ἐκκλησίας, διὸ καὶ ἐστέρησεν ἑαυτὸν τοῦ δικαιώματος ἀσκήσεως τῆς προσφυγῆς τοῦ ἐκκλήτου, συμφώνως πρὸς τὰς βασικὰς ἀρχὰς τοῦ κανονικοῦ δικαίου, αὐτοκατάκριτος γενόμενος. Σεῖς ἀπεδέξασθε τὴν ἔκπτωσιν τοῦ Ντενισένκο, καὶτοι εἴχατε λάβει μέχρι τότε τὴν πρώτην ἔκκλητον προσφυγὴν τούτου. Εἰς τὸ ὑπὸ ἡμερομηνίαν 31ης Αὐγούστου 1992 Γράμμα τῷ Πατριάρχῃ Μόσχας καὶ Πασῶν τῶν Ρωσσιῶν Ἀλεξίῳ Β’ ἀνεκοινώσατε: «…ἡ καθ’ἡμᾶς Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία ἀναγνωρίζουσα εἰς τὸ ἀκέραιον τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος ἀποκλειστικὴν ἀρμοδιότητα τῆς ὑφ’Ὑμᾶς Ἀγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσσίας ἀποδέχεται τὰ Συνοδικῶς ἀποφασισθέντα περὶ τοῦ ἐν λόγῳ, μή ἐπιθυμοῦσα τὸ παράπαν ἵνα παρέξῃ οἱανδήτινα δυσχέρειαν εἰς τὴν καθ΄Ὑμᾶς ἀδελφὴν Ἐκκλησίαν».
Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως δέν ἔλαβεν ὑπ’ὄψιν αὐτῆς τὰ πολλαπλὰ προβλήματα τῆς κανονικῆς διαδοχῆς καὶ τοῦ ἤθους τῶν, οὕς ἐδέξατο εἰς τὴν μετὰ ταύτης κοινωνίαν, «ἱεραρχῶν», καίπερ παλαιότερα ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως ἀπεδέχετο τὴν σπουδαιότητα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν ζητημάτων τούτων διὰ τὴν θεραπείαν τοῦ Οὐκρανικοῦ σχίσματος, δεξαμένη ἐπὶ τούτων πάσας τὰς ἀπαραιτήτους πληροφορίας κατὰ τὴν διάρκειαν συνομιλιῶν τῶν ἡμετέρων ἐκκλησιαστικῶν ἀντιπροσωπειῶν.
Ἡ βιασύνη καὶ ἡ προχειρότης κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐκκλήτων προσφυγῶν τῶν Οὐκρανῶν σχισματικῶν ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τῇ ἀποφάσει τῆς περὶ Ὑμᾶς Συνόδου «ἀποκατεστάθη» εἰς βαθμὸν ἐπισκόπου ὁ Μακάριος Μαλέτιτς. Εἰς τὰ ἐπίσημα Πατριαρχικὰ Γράμματα προσφωνεῖτε τοῦτον ὡς «ποτε Λβιβ Μακάριον» καὶ ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἰδιότητα οὗτος παρέστη εἰς τὴν οὕτως λεγομένην «ἑνωτικὴν σύνοδον».
Ἐν τῷ μεταξὺ, ὁ Μακάριος Μαλέτιτς ἀπεσχίσθη, Ἱερεύς τῆς κανονικῆς Ἐκκλησίας ὤν, οὐδέποτε ἔχων τὴν κανονικὴν εἰς ἐπίσκοπον χειροτονίαν. Ἡ «χειροτονία» τούτου, ὡς καὶ αἱ «χειροτονίαι» τῆς σεβαστῆς μερίδος τῆς «ἱεραρχίας» τῆς οὕτως λεγομένης «Οὐκρανικῆς Αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἥν εἰς κοινωνίαν ἐδέξατο ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, ἀνάγεται, διὰ τῶν προκατόχων τούτου, εἰς καθαιρεθέντα ἀρχιερέα, τὸν τελέσαντα τὰς πράξεις ταύτας ὁμοῦ μετὰ αὐτοκλήτου τινος Βίκτωρος Τσεκάλιν, τοῦ ποτε διακόνου τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ οὔτε τὴν εἰς πρεσβύτερον χειροτονίαν σχόντος ποτὲ.
Ἡ ἀποδοχὴ εἰς τὴν κοινωνίαν μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τῶν τοιούτων προσώπων ἄνευ ἐξετάσεως τῶν ὡς ἄνω, ὑπονομεύει τὴν κανονικὴν διαδοχὴν τῶν χειροτονιῶν, ὁδηγοῦσα εἰς βαρείας καὶ καταστροφικὰς διὰ σύμπασαν τὴν οἰκουμενικὴν Ὀρθοδοξίαν συνεπείας.
Εἰς τό διάβα τῶν αἰώνων εὐγνώμων ἦτο ἡ Ρωσικὴ Ἐκκλησία πρὸς τὴν Ἁγίαν Ἐκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως διὰ τὴν συμβολὴν αὐτῆς εἰς τὴν οἰκοδομὴν τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθοδοξίας, διὰ τον ρόλον αὐτῆς εἰς τὸν χριστιανικὸν διαφωτισμὸν τῆς εἰδωλολατρικῆς Ρως, διὰ τὴν ἀρωγὴν εἰς τὴν πρόοδον τῶν μοναχικῶν παραδόσεων καὶ θεολογικῆς παιδείας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, πικρὰν ἀπογοήτευσιν δοκιμάζουν οἱ ἡμέτεροι πιστοὶ τόσον ἐν Οὐκρανίᾳ, ὅσον καὶ ἀλλαχοῦ, ἐπειδὴ κωφεύει εἰς τὰς φωνὰς αὐτῶν ἡ ἱστορικὴ Μήτηρ Ἐκκλησία.
Ἑκατοντάδες χιλιάδες ὑπογραφαὶ τῶν πιστῶν τῆς Οὐκρανίας ἐκομίσθησαν εἰς τὴν Ὑμετέραν κατοικίαν ὑπὲρ τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τῶν αἰτησαμένων τὴν μὴ ὑπονόμευσιν τῆς ἑνότητος αὐτῆς. Αἱ Οὐκρανικαὶ ἀρχαὶ ἐπιχείρησαν νά παρεμποδίσουν τὴν διανομήν τῶν ἐπιστολῶν τούτων, ἐνῶ Σεῖς ἠγνοήσατε ταύτας. Καὶ τώρα δέν ἐπιθυμεῖτε νά ἀκούσητε τὴν φωνὴν τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἥτις εὑρίσκεται εἰς τὰ πρόθυρα νέων καὶ σκληρῶν δοκιμασιῶν.
Ὑπὸ ἀνυπόστατα προσχήματα τώρα πλέον οἱ ἐν Οὐκρανίᾳ ἀρχιερεῖς καὶ κληρικοὶ καλοῦνται εἰς ἀνακρίσεις, ἐκβιάζονται, ἀπειλὰς δέχονται τὰ οἰκεῖα αὐτῶν πρόσωπα, αἱ κατ’οἶκον ἔρευναι διενεργοῦνται εἰς Ναοὺς καὶ οἰκίας, πιέσεις ἀσκοῦνται εἰς τὰς οἰκογενείας καὶ τὰ τέκνα. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς ἰσχὺν ἐτέθη νόμος, ὅστις ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀφαίρεσιν ὀνόματος ἐκ τῆς Οὐκρανικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, προκειμένου νά διενεργηθοῦν αἱ, ὑπὸ μορφὴν «οἰκειοθελοῦς ὑπαγωγῆς τῶν κοινοτήτων», βίαιαι  καταλήψεις τῶν Ἱερῶν αὐτῆς Ναῶν. Οὕτως βλέπετε τὴν ἕνωσιν τῶν Ὀρθοδόξων τῆς Οὐκρανίας;
Περὶ τῶν σχεδίων τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως ὅπως νομιμοποιήσῃ τὸ ἐν Οὐκρανίᾳ σχίσμα ὁμίλησα πρὸς Ὑμᾶς τόσον κατ’ἰδίαν, ὅσον καὶ παρουσίᾳ ὀλίγων μαρτύρων. Τώρα δε, τῶν σχεδίων τούτων εἰς μεγάλον βαθμὸν ὑλοποιηθέντων, ἴσως, διὰ τελευταίαν φορὰν, ἀποτείνομαι πρὸς Ὑμᾶς ἐνώπιον συμπάσης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Πράττων οὕτως, ὡς γνώμονα ἔχω τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ: Εὰν δὲ ἁμαρτήσῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε καὶ ἔλεγξον αὐτὸν μεταξὺ σοῦ καὶ αὐτοῦ μόνου…ἐὰν δὲ μὴ ἀκούσῃ, παράλαβε μετὰ σοῦ ἔτι ἕνα ἢ δύο, ἵνα ἐπὶ στόματος δύο μαρτύρων ἢ τριῶν σταθῇ πᾶν ρῆμα. ἐὰν δὲ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπὲ τῇ ἐκκλησίᾳ· ἐὰν δὲ καὶ τῆς ἐκκλησίας παρακούσῃ, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης (Ματθ. 18. 15-17).
Ὁ κατάλογος τῶν Παναγιωτάτων Πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως περιλαμβάνει δεκάδας ὀνόματα τῶν μεγάλων θεολόγων, ἀσκητῶν καὶ διδασκάλων τῆς εὐσεβείας. Οἱ Ἅγιοι Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Πρόκλος, Φλαβιανὸς ὁ Ὁμολογητὴς, Ἰωάννης Δ’ ὁ Νηστευτὴς, Ταράσιος, Μεθόδιος, Φώτιος καὶ ἄλλοι πολλοὶ διὰ τῆς προσφορᾶς αὐτῶν ἐδόξασαν τὴν Ἁγιωτάτην Ἐκκλησίαν Κωνσταντινουπόλεως.
Ὅμως ὑπῆρχον καὶ ὅσοι κατῄσχυνον ταύτην. Μήν ἐντάξητε τὸ σεβαστὸν ἕως τοῦδε ὄνομα Ὑμῶν εἰς τὸν ἴδιον κατάλογον μετὰ τῶν ἀδόξων ἐπισκόπων Κωνσταντινουπόλεως ὅπως ὁ Νεστόριος, οἱ εἰκονοκλάσται Ἀναστάσιος, Ἰωάννης Ζ’ καὶ Θεόδοτος, οἱ οὐνίτες Ἰωσὴφ Β’, Μητροφάνης Β’ ὁ Μητροκτόνος καὶ ὁ Γρηγόριος Γ’ Μάμμας.  Ἀποστῆτε δέ νῦν τῆς  κοινωνίας μετὰ τῶν σχισματικῶν, ἀρνήσασθε τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν πολιτικήν  τυχοθηρίαν τῆς νομιμοποιήσεως τούτων. Καὶ τότε ἡ τῷ ὄντι Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Μακαριώτατον Μητροπολίτην Κιέβου καὶ πάσης Οὐκρανίας Ὀνούφριον θὰ ἐπευλογήσῃ Ὑμᾶς, ἐνῶ ἡ ἱστορία θά διασώζῃ τὴν μνήμην Ὑμῶν, ὡς ἑνὸς ἐκ τῶν ἁγίων ἱεραρχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅστις, ὑπὸ τὰς βαρυτάτας πολιτικὰς συνθήκας ἐπέτυχε καὶ ἐκράτησε τὴν ἁξίαν τῆς Ἐκκλησίας καὶ διατήρησε τὴν ἑνότητα αὐτῆς.
Ἐάν δέ πράξετε συμφώνως πρὸς τὰς ἐν τῷ Ὑμετέρῳ Γράμματι προθέσεις Ὑμῶν, θά στερηθεῖτε διὰ παντὸς τῆς δυνατότητος νά ὑπηρετεῖτε τὴν ἑνότητα τῶν Ἁγιων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν, θὰ παύσετε νά εἶναι Πρώτος ἐν τῇ Ὀρθοδοξίᾳ μετὰ τῶν ἑκατομμυρίων αὐτῆς πιστῶν, ἐνῶ αἱ ταλαιπωρίαι, ἅς θά προκαλέσετε εἰς τοὺς Ὀρθοδόξους Οὐκρανοὺς, θά Σᾶς ἀκολουθήσουν εἰς τὸ Φοβερὸν Κριτήριον τοῦ ἀδεκάστου Κυρίου ἡμῶν εἰς μαρτυρίαν καθ’Ὑμῶν.
Ὁλοθύμως προσεύχομαι νά μὴ γίνῃ οὕτως. Δέν εἶναι ἀργὰ ἀκόμη νά σταματήσητε.
 Μόσχας καὶ Πασῶν τῶν Ρωσσιῶν
Κύριλλος