Τρίτη, 12 Μαρτίου 2019

Γεώργιος Γιαγκλής (ο μετέπειτα μοναχός Γαβριήλ, 1867-1946)

Ο καπετάν Γιαγκλής υπήρξε ντόπιος μακεδονομάχος, ο οποίος πολέμησε για την Ορθοδοξία και την πατρίδα σε όλες τις συγκρούσεις με τους Βουλγάρους από τον Μακεδονικό Αγώνα ως τον Β´Παγκόσμιο Πόλεμο! Καταγόταν από την Χαλκιδική, όπου και κυρίως έδρασε. Σε νεαρή ηλικία νυμφεύθηκε την Φωτεινή Τράκκα και εγκαταστάθηκε στην Νιγρίτα. Το 1890 αρχίζει την αντάρτικη δράση του, σκοτώνοντας τον οθωμανό χωροφύλακα της περιοχής. Για αυτό τον λόγο αναγκάστηκε να καταφύγει στο Άγιον Όρος, όπου έγινε αρχιφύλακας στις Καρυές. Ως αρχιφύλακας του Όρους επέτυχε την εξάλειψη πολλών ληστοσυμμοριτών που δρούσαν εκεί. Οι Οθωμανοί, βέβαια, τον είχαν καταδικάσει ερήμην και τον εδίωκαν συνεχώς.
Έτσι, το 1902 καταφεύγει στην Αθήνα, όπου υπηρέτησε ως δεκανέας στην Ανακτορική Φρουρά και όπου γνωρίστηκε με τους αδελφούς Θεοχάρη και Μαυρουδή Γερογιάννη που κατάγονταν και εκείνοι από την Χαλκιδική και είχαν ιδρύσει τον Κεντρικό Μακεδονικό Σύλλογο «Μέγας Αλέξανδρος», ο οποίος δρούσε αυτόνομα από την κεντρική επιτροπή του Μακεδονικού Αγώνα. Χρηματοδοτούμενοςαπό αυτούς, θα επιστρέψει στην Μακεδονία με δικό του ένοπλο σώμα και θα αρχίσει την δράση του κατά των σχισματικών εξαρχικών Βουλγάρων κομιτατζήδων στα 1903. Αρχικά έδρασε στην περιοχή των Σερρών και από το 1904 στην Χαλκιδική, όπου ήταν υπεύθυνος για την απρόσκοπτη μεταφορά πολεμοφοδίων και ανδρών από την υπόλοιπη Ελλάδα προς την Μακεδονία. Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες δεν τολμούσαν να πλησιάσουν εκεί που δρούσε ο Γιαγκλής και με την παρουσία του η Χαλκιδική έγινε μία ασφαλής περιοχή για τους Έλληνες.  
Το 1906 βοήθησε τον Σερραίο μακεδονομάχο Μητρούση Γκογκολάκη να εκδικηθεί τους Βούλγαρους για την σφαγή της γυναίκας και της κόρης του. Οι Βούλγαροι τους κατήγγειλαν στις οθωμανικές αρχές, που δεν πρέπει να λησμονούμε ότι είχαν τον πρώτο λόγο στην περιοχή, εφόσον η Μακεδονία ήταν ακόμη τουρκοκρατούμενη, και κατόπιν τούτου αποφασίστηκε η προσωρινή απόσυρση των δύο οπλαρχηγών από την Μακεδονία. Μετά από έξι μήνες στην Αθήνα επανήλθε στην Μακεδονία και έδρασε πάλι στην Χαλκιδική και στην περιοχή της Νιγρίτας. Με το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα, που επήλθε το 1908, όταν οι Νεότουρκοι πήραν την εξουσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και έταξαν μεταρρυθμίσεις υπέρ των ορθοδόξων στην Μακεδονία, αλλά και γενική αμνηστεία, ο Γιαγκλής, όπως και όλοι οι υπόλοιποι ντόπιοι μακεδονομάχοι, αλλά και οι Βούλγαροι κομιτατζήδες σταμάτησαν την ένοπλη δράση.
Βεβαίως, τα ήρεμα χρόνια δεν κράτησαν για πολύ, καθώς το 1912-1913 επαναδραστηριοποιήθηκε συγκροτώντας δικό του σώμα από Σερραίους και Ιερισσιώτες, με το οποίο έδρασε συνεπικουρώντας την δράση του ελληνικού στρατού. Μάλιστα, κατά τον Α´  Βαλκανικό, κατά τον οποίο Έλληνες και Βούλγαροι υπήρξαν σύμμαχοι σε μία τελευταία αναλαμπή του ορθοδόξου πνεύματος της ενότητας με κέντρο την Εκκλησία, όπως συνέβαινε όλους τους προηγούμενους αιώνες, προτού μπουν στα μυαλά της ελίτ των βουλγαρόφωνων ορθοδόξων οι προπαγανδιστικές ανθελληνικές ανοησίες των Ευρωπαίων, με τις οποίες τους έπεισαν ότι ήταν ένα αρχαίο έθνος, ενδοξότερο από τους Έλληνες και τους έκαναν εχθρούς των Ελλήνων, ο καπετάν Γιαγκλής κατέλαβε για λογαριασμό του Ελληνικού στρατού την Νιγρίτα, αφού νίκησε τους Τούρκους έξω από την πόλη και επέβαλλε την αποχώρηση της βουλγαρικής φρουράς από αυτήν, ντύνοντας τους αντάρτες του με στολές του ελληνικού στρατού και προφασιζόμενος ότι αποτελούσαν την εμπροσθοφυλακή των Ελλήνων. Η δράση του συνεχίστηκε και κατά τον Β´Βαλκανικό, τον ελληνοβουλγαρικό πόλεμο, αυτό το απόλυτα δυστύχημα για όλους τους ορθοδόξους, με το οποίο οι εχθροί της ορθοδοξίας μας έβαλαν να αλληλοφαγωθούμε. Ευτυχώς, βέβαια, μέσα στο κακό που έγινε και την πλήρη πλέον διαίρεση των ορθοδόξων, η οποία επήλθε έκτοτε (οι Βούλγαροι θεώρησαν τους Έλληνες, αυτούς με τους οποίους είχαν ζήσει μαζί επί αιώνες και με την καθοδήγηση των οποίων είχαν γίνει ορθόδοξοι και είχαν εκπολιτιστεί, ως τον μεγαλύτερο εχθρό) η Ελλάδα επέτυχε να κερδίσει και εξασφαλίσει την Μακεδονία από την αντορθόδοξη πρακτική και το ανθελληνικό μίσος των Βουλγάρων. Ο καπετάν Γιαγκλής πλέον είχε γίνει φόβητρο στα αυτιά των Βουλγάρων, οι οποίοι θα τον βρουν μπροστά τους και κατά τον Α´Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν εισήλθαν πάλι στην Μακεδονία, αλλά ηττήθηκαν εκ νέου από τους ντόπιους αντάρτες και τον ελληνικό στρατό. Έλαβε από το ελληνικό κράτος τον βαθμό του εν αποστρατεία ανθυπολοχαγού και κλήρο γης στο Φλάμπουρο, όπου έζησε μέχρι τον Β´Παγκόσμιο Πόλεμο.
Οι Βούλγαροι θα κατορθώσουν να τον αντιμετωπίσουν μόνο κατά τον Β´Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν θα εισέλθουν στην Μακεδονία ως στρατός κατοχής, σύμμαχοι των Γερμανών, και θα τον βρουν γέρο πλέον. Τότε, μην μπορώντας πλέον να ξαναπάρει τα όπλα εναντίον τους, θα διαφύγει στο Άγιο Όρος. Εκεί, εκάρη μοναχός στο κελλί του Τιμίου Προδρόμου της Μονής Ιβήρων και μόνασε με το όνομα Γαβριήλ ως το τέλος της ζωής του[1].
Σημαντική για να καταλάβουμε την ορθόδοξη ζωή του Γιαγκλή και των υπολοίπων ηρώων του Μακεδονικού Αγώνα, ο οποίος υπήρξε πρώτα ένας αγώνας υπέρ της Ορθοδοξίας και της ορθόδοξης ενότητας και μετά, εφόσον αυτή η ενότητα δεν ήταν δυνατόν να διατηρηθεί λόγω της αδιαλλαξίας της βουλγαρικής πλευράς, έγινε ένας αγώνας υπέρ πατρίδος, είναι η εξομολόγησή του στον φημισμένο αγιορείτη πνευματικό και συνονόματό του π. Γαβριήλ. Την παραθέτουμε, όπως την μεταφέρει ο Δημήτρης Νατσιός:
– Δεν σκότωνα για να σκοτώνω. Για την Πατρίδα και τ΄ άγια της τόκανα… Πες μου ο Θεός θα με σχωρέση;
Θέλω ν΄ακούσουνε τ΄αφτιά μου τη διαβεβαίωσί σου Πνευματικέ, για ν΄αναθαρρήση και γλυκάνη η ψυχή μου από ελπίδα πως θα δώ πρόσωπο Θεού και Παράδεισο. Δεν σκότωνα για να σκοτώνω. Για την Πατρίδα και τ΄άγια της τόκανα…
Με βαραίνει όμως και με πονάει, που στα γιουρούσια, στις μάχες και στο να προστατευθώ και προστατέψω, έκανα έτσι, που «χάθηκαν» κι΄ «άφταιγοι»… Τα ξέρεις όλα. Σκληρός ο πόλεμος. Σου «πετρώνει» την καρδιά, σου «θολώνει το μάτι»…
Είχα, βλέπεις, στο λαιμό μου και την υπακοή μου και ένα σωρό παλικάρια. Αλλά για όλους και τα όλα ήμουν υπεύθυνος εγώ. Πες μου ο Θεός θα με σχωρέση;…
– Ο Χριστός σ΄έχει ήδη σχωρεμένο και μάλιστα τώρα, που στα χέρια σου δεν κρατάς πιστόλι, αλλά τούτο το περίστροφο (κομποσχοίνι), που σώζει. Και για τους «άφταιγους» σε σχωρνάει ο Θεός, γιατί βλέπει τα δάκρυα και τον πόνο της καρδιάς σου.
Όσο για τα άλλα σου… άξιος ο μισθός σου γιατί αν δεν ήσουν σύ, η Μακεδονία μας σήμερα θα ήταν Βουλγαρική κι οι συμπατριώτες μας βασανισμένοι, ξέκληροι, μακριά απ΄τις εκκλησίες στις οποίες βαπτίσθηκαν κι΄απ΄τα σπιτικά τους φευγάτοι. Δεν σκότωνες για να σκοτώνης. Επιδρομείς κυνηγούσες και σχέδια πονηρά ματαίωνες. Θεός σχωρές, άξιος ο μισθός σου…»[2].
Η εξομολόγηση του καπετάν Γιαγκλή και ακόμη περισσότερο η νουθεσία του πνευματικού Γαβριήλ μας υπενθυμίζουν την ορθόδοξη στάση απέναντι στα πράγματα. Ο χριστιανός δεν είναι πνευματιστής και συμβιβασμένος με τους ισχυρούς του αιώνος τούτου, όπως διδάσκουν τους ορθοδόξους να είναι πολλοί οικουμενιστές και νεοεποχίτες κληρικοί του καιρού μας. Ο χριστιανός έχει εντολή από τον Κύριο να αγωνίζεται και να δίνει και την ζωή του ακόμη για την πίστη του Χριστού. Όχι αγαπολογία και προσευχολογία, αλλά πραγματική αγάπη και προσευχή ΧΩΡΙΣ ΣΥΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ με τους εχθρούς της πίστεως, ιδίως όταν αυτοί είναι ισχυροί, όπως οι κομιτατζήδες στην Μακεδονία των χρόνων του καπετάν Γιαγκλή.
Του καπετάν Γιαγκλή
Εσείς, πουλιά μ’ πετάμενα, πετάτε στον αέρα,
μήν είδατε τό Γιώργη μας, τον καπετάν Γιαγκλή μας;
- Εψές προψές τον είδαμε κάτω στο Ρωμαίικο
παλληκαράκια μάζιβι κί όλο Μακεδόνες.
Τά εμασι, τά σύναξι, κάθιτι τά ρωτάει.
Πιδιά μ’, ποιος ’ποφασίζεται πέρι γιά τήν πατρίδα;
Τί λές, μωρ’ καπετάν Γιαγκλή, τί λόγια συντυχαίνεις;
Εμείς μπροστά θά φύγουμι, κι εσύ γιά έλα πίσω.
Σάν τ’άκουσ’καπετάν Γιαγκλής, πολύ τον κακοφάνη·
σάν τό πουλάκι πήδισι’ πού μια ψηλή ραχούλα.
- ’Εσείς, πουλιά πετούμενα, πουλιά ’π’ τό Άγιον ’Όρος,
μήν είδατε τον Γιώργη μας, τον καπετάν Γιαγκλή μας;
- ’Εψές, προψές τον είδαμε ψηλά στον Χολομώντα,
μέ τούς Βουλγάρους πάλευε, μαζί μέ τά παιδιά του.
Χτυπούσανε τούς Βούλγαρους, τά άγρια θεριά,
πού σφάζουν τά παιδάκια μας, τά άγρια σκυλιά[3].

[1] Ευ. Παπαθανασίου, Ιστορία της Νιγρίτης και της επαρχίας Βισαλτίας, Νιγρίτα 1970, 127-138. Ι. Κολιόπουλος κ.α., Το μεγάλο συναξάρι: Αφανείς γηγενείς μακεδονομάχοι (1903-1913), Θεσσαλονίκη 20112, 351-352.
[3] Δημήτριος Πετρόπουλος, “Δημοτικά τραγούδια του Μακεδονικού Αγώνα”, Μακεδονικά, 8/1 (1968), 358.