Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2019

π. Ματθαίος Βουλκανέσκου - π. Άγγελος Αγγελακόπουλος: Αναθέματα

ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ: ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΘΥΜΟΥ, ΜΙΣΟΥΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΡΑΣ Η΄ ΦΑΝΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΛΑΝΕΜΕΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ;
          Πρωτοπρεσβύτεροι Ματθαῖος Βουλκανέσκου καί Ἄγγελος Ἀγγελακόπουλος 
Ἐν Πειραιεῖ 22-3-2019
Τά ἀναθέματα ἐναντίον πάντων τῶν αἱρετικῶν καί πασῶν τῶν αἱρέσεων περιέχονται στό ἐξαίσιο ὁμολογιακό κείμενο, τό ὁποῖο ἐπιγράφεται «Συνοδικόν τῆς Ζ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας» καί περιέχει ἀποφάσεις τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὑπέρ τῶν ἁγίων εἰκόνων. Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Τοπικῆς Συνόδου τῆς Κων/λεως τό 843, πού συνεκάλεσε ὁ ὁμολογητής Πατριάρχης Μεθόδιος, ὅρισαν νά διαβάζεται κάθε Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Τό ἐξαίρετο αὐτό κείμενο περιέχεται στό ἐκκλησιαστικό βιβλίο τοῦ κατανυκτικοῦ Τριωδίου[1]. Δόγμα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας εἶναι τό θεόπνευστο καί τό ἀλάθητο τῶν Ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Ἐπειδή, λοιπόν, ἡ Ζ΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος εἶναι καί αὐτή θεόπνευστη καί ἀλάθητη, ὅπως καί οἱ ἄλλες Οἰκουμενικές Σύνοδοι, ἄρα καί τό «Συνοδικόν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας», πού γράφτηκε ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες, μέ τήν ἐπίνοια, τήν ἐπίνευση καί τόν φωτισμό τοῦ Ἀγίου Πνεύματος, εἶναι θεόπνευστο καί ἀλάθητο. Ἑπομένως, καί τά πενῆντα ὀκτώ (58) ἀναθέματα, πού ἀποτελοῦν μέρος τοῦ «Συνοδικοῦ», εἶναι καί αὐτά θεόπνευστα καί ἀλάθητα. Στό ἀρχικό κείμενο τοῦ 9ου αἰῶ. (843) προστέθηκαν στή συνέχεια κι ἄλλα ἀναθέματα.
  1. Ἀναθεμάτισε ποτέ ὁ Χριστός;
Ὄντως, μέσα στήν Ἁγία Γραφή δέν βρίσκουμε πουθενά ὅτι ὁ Χριστός να χρησιμοποίησε τή λέξη «ἀνάθεμα». Ὅμως, βρίσκουμε ἀρκετές ἐκφράσεις καί ἐνέργειες τοῦ Χριστοῦ μας, πού εἴτε ἰσοδυναμοῦν εἴτε καί ξεπερνοῦν σέ ἰσχύ τό ἀνάθεμα. Νά ὑπενθυμίσουμε τέσσερα περιστατικά :
α) Ὁ Χριστός καταράστηκε τήν ξηρανθεῖσα συκή, δηλ. τήν συναγωγή τῶν Ἰουδαίων. «Πρωῒας δὲ ἐπανάγων εἰς τὴν πόλιν ἐπείνασε· καὶ ἰδὼν συκῆν μίαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἦλθεν ἐπ’ αὐτήν, καὶ οὐδὲν εὗρεν ἐν αὐτῇ εἰ μὴ φύλλα μόνον, καὶ λέγει αὐτῇ· μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ἐξηράνθη παραχρῆμα ἡ συκῆ»[2], δηλ. «Ὅταν δέ τό πρωΐ ἐπέστρεψε στήν πόλη, πείνασε. Καί καθῶς εἶδε μία συκιά παραπλεύρως στόν δρόμο, πλησίασε σ’αὐτήν καί δέν βρῆκε τίποτε, παρά μόνο φύλλα, καί εἶπε σ’αὐτή˙ ποτέ πλέον ἀπό ’σένα νά μήν γίνει καρπός στόν αἰῶνα. Καί ἀμέσως ξεράθηκε ἡ συκιά».
β) Στήν Εὐαγγελική περικοπή τῆς Κυριακῆς τῆς Κρίσεως καί τῆς Δευτέρας Παρουσίας, ὁ Χριστός, ἀπευθυνόμενος πρός τούς ἐξ εὐωνύμων ἀμετανοήτους ἁμαρτωλούς, τούς ἀπεκάλεσε μέ μιά φοβερή λέξη. Τούς ὀνόμασε «καταραμένους»«Τότε ἐρεῖ καί τοῖς ἐξ εὐωνύμων˙ πορεύεσθαι ἀπ’ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τό πῦρ τό αἰώνιον τό ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ»[3], δηλ. «τότε θά πεῖ καί σ’ἐκείνους, πού στέκονται στ’ἀριστερά του˙ φύγετε μακρυά ἀπό’ μένα ἐσεῖς οἱ καταραμένοι καί πηγαίνετε στό αἰώνιο πῦρ, πού ἔχει ἐτοιμασθεῖ γιά τόν διάβολο καί τούς πονηρούς ἀγγέλους του».
γ) Ὁ Χριστός, ὡς γνωστόν, ἀπηύθυνε τά ὀκτώ (8) φοβερά «οὐαί», δηλ. «ἀλλοίμονο», πρός τούς Γραμματεῖς καί Φαρισαίους καί τούς ὀνόμασε ὑποκριτές, μωρούς, τυφλούς, ὀδηγούς τυφλούς, ὄφεις, γεννήματα ἐχιδνῶν[4].
δ) Ὁ Χριστός, ἀφοῦ ἔφτιαξε φραγγέλιο, μαστίγιο, διεσκόρπισε τά νομίσματα καί ἀνοποδογύρισε τά τραπέζια τῶν ἐμπόρων, τῶν κολλυβιστῶν καί τῶν κερματιστῶν, πού μετεποίησαν τόν οἶκο τοῦ Πατρός Του σέ οἶκο ἐμπορίου. «Καὶ ἐγγὺς ἦν τὸ πάσχα τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη εἰς Ἱεροσόλυμα ὁ Ἰησοῦς. Καὶ εὗρεν ἐν τῷ ἱερῷ τοὺς πωλοῦντας βόας καὶ πρόβατα καὶ περιστεράς, καὶ τοὺς κερματιστὰς καθημένους. καὶ ποιήσας φραγέλλιον ἐκ σχοινίων πάντας ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ, τά τε πρόβατα καὶ τοὺς βόας, καὶ τῶν κολλυβιστῶν ἐξέχεε τὸ κέρμα καὶ τὰς τραπέζας ἀνέστρεψε, καὶ τοῖς τὰς περιστερὰς πωλοῦσιν εἶπεν· ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν· μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου»[5] , δηλ. «πλησίαζε δέ τό Πάσχα τῶν Ἰουδαίων καί ἀνέβηκε ὁ Ἰησοῦς στά Ἱεροσόλυμα. Καί βρῆκε στό ἱερό, δηλαδή μέσα στίς αὐλές τοῦ ναοῦ, αὐτούς πού πουλοῦσαν βόδια καί πρόβατα καί περιστέρια, ὅπως ἐπίσης καί τούς ἀργυραμοιβούς, πού κάθονταν κοντά στά τραπέζια τους, γιά νά ἀνταλλάσσουν τά ξένα νομίσματα τῶν προσκυνητῶν μέ ἑβραϊκά. Καί ἀφοῦ ἔκανε φραγγέλλιο ἀπό σχοινιά, ἔβγαλε ἔξω ἀπό τήν αὐλή ὅλους καί τά πρόβατα καί τά βόδια, τῶν δέ ἀργυραμοιβῶν σκόρπισε κάτω τά νομίσματα καί ἀναποδογύρισε τά τραπέζια τους. Σ’ ἐκείνους δέ πού πουλοῦσαν τά περιστέρια εἶπε· πάρτε τα ἀπό ἐδῶ καί μή κάνετε τόν οἶκο τοῦ Πατρός μου, οἶκο ἐμπορίου».
Κάποιοι ἀποροῦν καί διερωτῶνται πῶς εἶναι δυνατόν ὁ Χριστός, πού εἶναι ὅλος ἀγάπη, νά διέπραξε τά ἀνωτέρω. Λησμονοῦν, ὅμως, ὅτι ὁ ἕνας ἀληθινός, γνήσιος καί αὐθεντικός Θεός μας ἔχει δύο ἰδιότητες. Ἀπό τή μία ἔχει φιλανθρωπία καί ἀπό τήν ἄλλη δικαιοσύνη˙ ἀπό τή μία εἶναι ἐπιεικής, φιλεύσπλαγχνος καί μακρόθυμος καί ἀπό τήν ἄλλη εἶναι αὐστηρός καί ἀδέκαστος Κριτής˙ ἀπό τήν μία εἶναι ἀγάπη καί ἀπό τήν ἄλλη ἐκδηλώνει τήν παιδαγωγική τιμωρία Του˙ ἀπό τή μία ἐκχέει τό μέγα Του ἔλεος καί ἀπό τήν ἄλλη ἐπιφέρει τήν ἀπροσωπόληπτη καί δικαία κρίση Του. Ἑπομένως, ὅλα τά ἀνωτέρω περιστατικά, ὅπως καί τά ἀναθέματα, ἐντάσσονται στήν δεύτερη ἰδιότητα τοῦ Χριστοῦ, πού εἶναι ἡ δικαιοσύνη, ἡ αὐστηρότητα, ἡ τιμωρία καί ἡ κρίση.  Ὅποιος, λοιπόν, ὑπερτονίζει μόνο την μία ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ και ὑποτονίζει την ἄλλη, ὅπως κάνουν οἱ σύγχρονοι ἀγαπολόγοι και ἀγαπούληδες, παρουσιάζουν ἕνα Χριστό ἀνύπαρκτο, ἀνυπόστατο, διαστρεβλωμένο καί νοθευμένο, ὁ ὁποῖος βεβαίως δέν μπορεῖ νά σώσει τόν ἄνθρωπο.      
Τό ρῆμα «ἀναθεματίζω» τό βρίσκουμε καί σέ ἄλλες περιπτώσεις μέσα στήν Ἁγία Γραφή. Νά ὑπενθυμίσουμε : α) ὅτι ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, μετά τήν ἄρνησή του, ἀπαντώντας στούς παρευρισκομένους, πού τόν ρωτοῦσαν, ἄν κι αὐτός ἦταν μαζί μέ τόν Ἰησοῦ, «ἤρξατο ἀναθεματίζειν καί ὀμνύναι ὅτι οὐκ οἶδα τόν ἄνθρωπον τοῦτον, ὅν λέγετε»[6], δηλ. «ἄρχισε νά καταριέται καί νά ὁρκίζεται ὅτι δέν ξέρω τόν ἄνθρωπο αὐτόν, πού λέτε», καί β) ὅτι κάποιοι Ἰουδαῖοι, πού κάνανε συνωμοσία ἐναντίον τῆς ζωῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ἀναθεμάτισαν μέ ἀνάθεμα τούς ἑαυτούς, ἐάν δέν σκότωναν τόν Ἀπόστολο. «Τινές τῶν Ἰουδαίων ἀνεθεμάτισαν ἑαυτούς, λέγοντες μήτε φαγεῖν μήτε πιεῖν ἕως οὗ ἀποκτείνωσι τόν Παῦλον»[7]. Καί λίγο παρακάτω : «ἀναθέματι ἀνεθεματίσαμεν ἑαυτούς μηδενός γεύσασθαι ἕως οὗ ἀποκτείνωμεν τόν Παῦλον»[8]. 
2. Ἀναθεμάτισε ποτέ ὁ Μέγας Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν Παῦλος;
Ὁ Ἀπ. Παῦλος, πού εἶναι τό στόμα τοῦ Χριστοῦ, σέ πολλά σημεῖα τῶν ἐπιστολῶν του χρησιμοποιεῖ τήν λέξη «ἀνάθεμα». α) Λέγει στήν πρός Ρωμαίους : «Ηὐχόμην γάρ αὐτός ἐγώ ἀνάθεμα εἶναι ἀπό τοῦ Χριστοῦ, ὑπέρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατά σάρκα, οἵτινες εἰσίν Ἰσραηλῖται»[9], δηλ. «θά εὐχόμουνα δέ νά χωριστῶ ἐγώ ὁ ἴδιος ἀπό τόν Χριστό καί νά γίνω ἀνάθεμα, ἐάν ἦταν δυνατόν μέ τήν καταδίκη μου αὐτή νά σωθοῦν οἱ κατά σάρκα ἀδελφοί μου, οἱ ὁμοεθνεῖς μου Ἰουδαῖοι».
β) Γράφει στήν Α΄ πρός Κορινθίους : «Εἴ τις οὐ φιλεῖ τόν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτω ἀνάθεμα»[10]. Ὅλοι ὅσοι πολιτεύονται ἔξω ἀπό τήν ἀποστολική διδασκαλία καί παράδοση τοῦ θείου Παύλου, ἡ ὁποία βεβαίως εἶναι ἡ διδασκαλία καί ἡ παράδοση τοῦ ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, δέν ἀγαποῦν ἐν ἀληθείᾳ τόν Κύριο. Ὅσοι δέν ἀγαποῦν ἐν ἀληθείᾳ τόν Κύριο, αὐτοί εἶναι ἀνάθεμα, δηλ. χωρισμένοι ἀπό τόν Κύριο[11].
γ) Στην ἴδια ἐπιστολή σε ἄλλο σημεῖο ἀναφέρει : «Οὐδείς, ἐν Πνεύματι Θεοῦ λαλῶν, λέγει ἀνάθεμα Ἰησοῦν»[12]. δηλ. «κανείς ἄνθρωπος, μιλῶντας ἀπό ἔμπνευση τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, δέν λέγει ἀνάθεμα νά εἶναι ὁ Ἰησοῦς».
δ) Τέλος, ὁ ὅρος «ἀνάθεμα» ἀναφέρεται ἀπό τόν Ἀπ. Παῦλο καί στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή ἐναντίον ἐκείνων, πού εὐαγγελίζονται ἔξω ἀπό τά παραδεδομένα : «ἀλλά καί ἄν ἡμεῖς ἤ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ’ὅ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω»[13], δηλ. «ἀλλά, ἐάν κι ἐμεῖς ἀκόμη οἱ Ἀπόστολοι ἤ καί ἄγγελος ἀπό τόν οὐρανό σᾶς κηρύττει Εὐαγγέλιο διαφορετικό ἀπό ἐκεῖνο, τό ὁποῖο ἐμεῖς ἀπό τήν ἀρχή σᾶς ἔχουμε κηρύξει, αὐτός ἄς εἶναι ἀναθεματισμένος καί χωρισμένος ἀπό τόν Θεό».
Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ὅτι οἱ λέξεις «ἀναθεματίζω» καί «ἀνάθεμα» συναντῶνται συχνάκις μέσα στήν Ἁγία Γραφή. Ἡ ὑποστήριξη τοῦ ἀντιθέτου ἀπό ἀρκετούς κληρικούς και λαϊκούς φανερώνει παχυλή ἄγνοια τῆς Γραφῆς.
3. Σύγχρονοι ἅγιοι Πατέρες γιά τά ἀναθέματα
Στη συνέχεια, θά παραθέσουμε τά λεγόμενα μερικῶν συγχρόνων ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι ἀναπτύσσουν καί ἐξηγοῦν τό θέμα τῶν ἀναθεμάτων.   
α) Ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπος Ἰωάννης Μαξίμοβιτς γιά τά ἀναθέματα
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Μαξίμοβιτς[14], Ἀρχιεπίσκοπος Σαγγάης καί Σάν Φρανσίσκο, ἑρμηνεύοντας τό χωρίο ἀπό τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, «ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται ὑμῖν παρ᾿ ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω. Ὡς προειρήκαμεν, καὶ ἄρτι πάλιν λέγω· εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ᾿ ὃ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω»[15], λέγει : «Ἐδῶ τό ἀνάθεμα ἐκφωνεῖται ἐναντίον τῆς διαστρεβλώσεως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ, ὅπως αὐτό κηρυσσόταν ἀπό τόν Ἀπόστολο, ἀνεξαρτήτως ἀπό ποιόν θά μποροῦσε αὐτή [ἡ διαστρέβλωση] νά διαπράττεται, εἴτε ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἀπόστολο εἴτε ἀπό Ἄγγελο ἐξ οὐρανοῦ. Σέ αὐτήν τήν ἴδια ἔκφραση ἐπίσης ὑπονοεῖται : «Ἄς κατακρίνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος», διότι ποιός ἄλλος μπορεῖ νά κατακρίνει τούς Ἀγγέλους;
Στά πρακτικά τῶν Συνόδων καί τήν περαιτέρω πορεία τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἡ λέξη ἀνάθεμα κατέληξε νά σημαίνει τέλειο διαχωρισμό ἀπό τήν Ἐκκλησία«Ἡ Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία ἀναθεματίζει», «ἀνάθεμα οὗτος ἔστω», ἤ «ἀνάθεμα τοῦτο ἔστω», σημαίνει τελεία ἀπόσχιση ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἀντιθέτως, σέ περιπτώσεις «διαχωρισμοῦ ἀπό τήν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας» καί ἄλλων ἐπιτιμίων ἤ κανόνων μετανοίας ἐφαρμοσμένων σέ ἕνα πρόσωπο, τό ἴδιο τό πρόσωπο παρέμενε μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί ἦταν περιορισμένη ἡ συμμετοχή του στήν πλήρη χάριτος ζωή Της. Παρά ταῦτα, αὐτοί, πού παρεδίδοντο σέ ἀνάθεμα, ἀπεσχίζονταν τελείως ἀπό Αὐτήν, μέχρι τή μετάνοιά τους. Ἡ ἐπί γῆς Ἐκκλησία, συνειδητοποιώντας, ἐν ὄψει τῆς ἰσχυρογνωμοσύνης καί σκληροκαρδίας τους, ὅτι δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε γιά τή σωτηρία τους, τούς ἀνυψώνει στήν κρίση τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ κρίση εἶναι ἐλεήμων πάνω στούς μετανοοῦντες ἁμαρτωλούς, ἀλλά φοβερή πρός τούς πείσμονες ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ. «Φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος ... καί γάρ ὁ Θεός ἡμῶν πῦρ καταναλίσκον»[16].
Τό ἀνάθεμα δέν εἶναι τελεία καταδίκη : μέχρι τόν θάνατο εἶναι δυνατή ἡ μετάνοια. Τό ἀνάθεμα δέν εἶναι φοβερό, ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία εὔχεται συμφορές γιά ὁποιονδήποτε ἤ ἐπειδή ὀ Θεός ἐπιδιώκει τήν καταδίκη του. Ἐπιθυμοῦν [ὁ Θεός καί ἡ Ἐκκλησία] νά σωθοῦν ὅλοι. Ἀλλά, εἶναι φοβερό νά ἵσταται κάποιος ἔμπροσθεν τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ σέ κατάσταση ἀποσκληρυμμμένου κακοῦ : τίποτε δέν εἶναι κρυφό ἀπό Αὐτόν.
«Φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος· οὗτος Κριτής ἐστιν ἐνθυμήσεων καί ἐννοιῶν καρδίας· μηδείς εἰσέλθῃ πειράζων τήν πίστιν τήν ἀμώμητον, ἀλλ' ἐν πραότητι καί φόβῳ Χριστῷ προσέλθωμεν, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καί χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν»[17].  
β) Ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος γιά τά ἀναθέματα
Ὁ ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος, λέγει :  «Ἕνα «ἀνάθεμα» εἶναι ἀκριβῶς χωρισμός ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἤ ἀποκλεισμός ἀπό αὐτήν ὅσων δέν πληροῦν τίς προϋποθέσεις τῆς ἑνότητας μέ Αὐτήν καί ἀρχίζουν νά σκέπτονται διαφορετικῶς ἀπό τόν τρόπο, πού Αὐτή σκέπτεται, διαφορετικῶς ἀπό τόν τρόπο, πού αὐτοί οἱ ἴδιοι ὑποσχέθηκαν νά σκέπτονται κατά τήν ἔνταξή τους σέ Αὐτήν.
Στό παρόν, ἔχουμε μία ἁλματώδη ἐξάπλωση μηδενιστῶν, πνευματιστῶν καί ἄλλων ἐπιζήμιων ἔξυπνων, πού παρασύρονται ἀπό τούς ψευδο-διδασκάλους τῆς Δύσεως. Νομίζετε ἀληθῶς ὅτι ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία θά τηροῦσε σιωπή καί δέν θά ὕψωνε τή φωνή Της, γιά νά καταδικάσει καί νά τούς ἀναθεματίσει, ἐάν οἱ καταστροφικές διδασκαλίες τους ἦταν κάτι νέο; Μέ κανένα τρόπο. Θά συγκαλεῖτο κάποια Σύνοδος, καί στή Σύνοδο ὅλοι αὐτοί μαζί μέ τίς διδασκαλίες τους θά παρεδίδοντο σέ ἀνάθεμα, στό δέ τωρινό Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας θά προσετίθετο ἕνα ἐπιπρόσθετο κεφάλαιο : «Στόν Φόϋερμπαχ, τόν Μποῦχνερ καί τόν Ρενάν, στούς πνευματιστές, καί ὅλους τούς ἀκολούθους τους – στούς μηδενιστές – “ἔστω ἀνάθεμα”». Ἀλλά, δέν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη γιά τέτοια Σύνοδο καί δέν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη ἐπίσης γιά τέτοια προσθήκη. Οἱ ψευδο-διδασκαλίες τους ἔχουν ἤδη ὅλες ἀναθεματισθεῖ ἐκ τῶν προτέρων σέ ἐκεῖνα τά σημεῖα, ὅπου ἐκφέρεται ἀνάθεμα γιά ἐκείνους, πού ἀρνοῦνται τήν ὕπαρξιν τοῦ Θεοῦ, τήν πνευματικότητα καί ἀθανασία τῆς ψυχῆς, τίς διδαχές, πού ἀφοροῦν στήν Παναγία Τριάδα καί πού ἀφοροῦν στή Θεότητα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δέν βλέπετε μέ πόση σοφία καί προνοητικότητα δρᾷ ἡ ἁγία Ἐκκλησία, ὅταν μᾶς ὑποχρεώνει νά τελέσουμε τήν παροῦσα διακήρυξη καί νά τήν ἀκούσουμε; Καί ὅμως λένε : «Αὐτό εἶναι παρωχημένο». Ἀλλά, εἶναι ἀκριβῶς τώρα, πού εἶναι ἐπίκαιρο! Ἴσως πρό 100 ἐτῶν δέν ἦταν ἐπίκαιρο. Ἀντιθέτως, κάποιος πρέπει νά πεῖ σχετικῶς μέ τήν ἐποχή μας ὅτι, ἄν δέν ὑπῆρχε μέχρι τώρα Συνοδικόν τῆς Ὀρθοδοξίας, θά ἦταν ἀναγκαῖο νά εἰσαχθεῖ ἕνα καί νά τελεῖται, ὄχι μόνον στίς κυριότερες πόλεις, ἀλλά σέ ὅλες τίς περιοχές καί σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες : ὥστε νά συναχθοῦν ὅλες οἱ διδασκαλίες τοῦ κακοῦ, πού ἀντιτίθενται στόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, καί νά καταστοῦν γνωστές σέ ὅλους, ὥστε ὅλοι νά μποροῦν νά γνωρίζουν τί εἶναι ἀναγκαῖο νά προσέχουν καί ποιοῦ εἴδους διδασκαλίες νά ἀποφεύγουν. Πολλοί ἔχουν διαφθαρεῖ στό νοῦ, ἀποκλειστικῶς καί μόνον λόγῳ ἀγνοίας, ἐνῷ μία δημόσια καταδίκη τῶν καταστροφικῶν διδασκαλιῶν θά τούς ἔσωζε ἀπό τήν ἀπώλεια»[18].
γ) Ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ γιά τά ἀναθέματα
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ λέγει : «Ἡ ἔννοια τοῦ ἀναθέματος εἶναι ἡ ἔννοια τῆς πνευματικῆς θεραπείας τῆς Ἐκκλησίας μιᾶς ἀσθενείας στήν ἀνθρώπινη ψυχή, ἡ ὁποία προκαλεῖ αἰώνιο θάνατο. Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες διδασκαλίες προκαλοῦν αἰώνιο θάνατο, ἐάν εἰσάγουν τή δική τους σκέψη, που προέρχεται ἀπό ψευδή λεγόμενο λόγο, ἀπό τήν ἁμαρτωλή ἀντίληψη - τήν κοινή κληρονομιά τῶν πεπτωκότων πνευμάτων καί τῶν ἀνθρώπων - στήν ἀποκαλυφθεῖσα ἀπό τόν Θεό διδασκαλία γιά τόν Θεό. Οἱ ἀνθρώπινες φιλοσοφίες, πού εἰσήχθησαν στίς διδασκαλίες τῆς χριστιανικῆς πίστης, ὀνομάζονται αἱρέσεις, καί ἡ προσκόλληση σέ αὐτές τίς διδασκαλίες ὀνομάζεται δαιμονική πίστη»[19].
Σέ ἄλλο σημεῖο λέγει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος τά ἐξῆς πάρα πολύ σημαντικά : «Τό φάρμακο τοῦ ἀναθέματος θεωρήθηκε πάντα ἀπαραίτητο ἀπό τήν ἁγία Ἐκκλησία, γιά νά θεραπεύει τήν φρικτή ἀρρώστεια τῆς αἱρέσεως. Ὁ Ἐπίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος ἤθελε νά ἀποκρούσει τήν κατηγορία τῶν Πατέρων ἐναντίον του ὅτι ἀμφιταλαντεύεται μεταξύ Νεστοριανισμοῦ καί Ὀρθοδοξίας. Οἱ Πατέρες τοῦ ζήτησαν πρῶτα νά ἀναθεματίσει τόν αἱρεσιάρχη Νεστόριο. Ὁ Θεοδώρητος ἀρνήθηκε μέν τόν Νεστόριο, ἀλλά ὄχι τόσο δυνατά, ὅπως τό ἔκανε ἡ Ἐκκλησία, καί ζητοῦσε ἐξηγήσεις. Οἱ Πατέρες, ὅμως, τοῦ εἴπαν ξανά νά ἀναθεματίσει τόν Νεστόριο καί τήν διδασκαλία του, χωρίς ἄλλες ἐξηγήσεις. Ὁ Θεοδώρητος πάλι ζήτησε ἐξηγήσεις. Ὅμως, οἱ Πατέρες τοῦ ἐπανέλαβαν πρῶτα νά δώσει ἀνάθεμα στόν Νεστόριο, καί ἄν δέν τό ἔκανε, θά τόν θεωροῦσαν αἱρετικό. Ὁ Θεοδώρητος εἶπε ἀνάθεμα στόν Νεστόριο καί τήν αἱρετική του διδασκαλία. Οἱ Πατέρες δόξασαν τόν Θεό καί ὀνόμασαν τόν Θεοδώρητο Ὀρθόδοξο ποιμένα. Ὁ Θεοδώρητος πλέον δέν αἰσθάνθηκε τήν ἀνάγκη νά ζητήσει ἄλλες ἐξηγήσεις, ἐπειδή ἔφυγαν ἀπό τήν ψυχή του οἱ αἰτίες, πού τόν ἔκαναν νά αἰσθάνεται τήν ἀνάγκη νά ζητᾶ ἐξηγήσεις
Χωρίς τό φάρμακο τοῦ ἀναθέματος, τό δηλητήριο τῆς βλασφημίας ἐναντίον τοῦ Θεοῦ μένει στο ἀνθρώπινο πνεῦμα καί τόν κάνει νά ἀμφιταλαντεύεται, νά ἔχει ἐρωτηματικά καί ἀπορίες, πού ἔχουν ὡς πηγή τήν μή τελεία ἐκρίζωση τῆς αἰρέσεως. Μένουν σκέψεις, πού ἐξεγείρονται ἐναντίον τῆς ὀρθῆς κατανοήσεως τοῦ Χριστοῦ, πού καθιστοῦν σχεδόν ἀδύνατη τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, πού διακατέχεται ἀπό αὐτές τίς σκέψεις, οἱ ὁποῖες τόν κάνουν νά ἐξεγείρεται ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή μένει σέ κοινωνία μέ τόν Σατανᾶ.
Ὅποιος ἀναθεματίζει αἰσθάνεται ἐλευθερία, πνευματική δύναμη καί ἐλαφρότητα, αἰσθήματα πού τοῦ δίνουν τήν μαρτυρία γιά τήν ὀρθότητα τῆς ἐκφωνήσεως τῶν ἀναθεμάτων, τά ὁποία ἀναγγέλλουν τήν ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας»[20].
δ) π. Ἰωάννης Ρωμανίδης : Ἡ Ἐκκλησία ὁμοιάζει μέ ψυχιατρική κλινική
Ὁ π. Ἰωάννης Ρωμανίδης, συστοιχούμενος στό πνεῦμα τοῦ ἁγίου Ἰγνατίου, λέγει ἐν προκειμένῳ «Ἡ Ἐκκλησία εἰς τήν περιγραφήν τοῦ Παύλου ὁμοιάζει μέ ψυχιατρικήν κλινικήν. Ἡ ἀντίληψίς του ὅμως διά τήν νόσον τῆς ἀνθρωπίνης προσωπικότητος εἶναι πολύ πιό διορατική ἀπ' ὅ,τι εἶναι σήμερον γνωστόν εἰς τήν σύγχρονον ἰατρικήν. Διά νά κατανοήσωμεν αὐτήν τήν πραγματικότητα, πρέπει νά ἴδωμεν μέσῳ τοῦ Παύλου τήν Βιβλικήν κατανόησιν τῆς φυσιολογικῆς καί τῆς μή φυσιολογικῆς καταστάσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ νοσῶν ἄνθρωπος ἀποκαθίσταται εἰς τήν φυσιολογικήν του κατάστασιν, ὅταν ὁδηγῆται «εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» ὑπό τοῦ Πνεύματος τῆς Ἀληθείας, δηλαδή εἰς τήν θέαν τοῦ Χριστοῦ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρός Του[21]. Οἱ ἄνθρωποι, πού δέν βλέπουν τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ, δέν εἶναι φυσιολογικοί.
Ἡ Ἐκκλησία τῶν ἀποστόλων καί τῶν πατέρων δέν ἠσχολεῖτο μέ τόν Θεόν, μέσῳ στοχασμῶν καί ἀφηρημένων σκέψεων περί Αὐτοῦ. Καί τοῦτο, διότι ὁ Θεός παραμένει μυστήριον εἰς τήν λογικήν καί ἐκείνων ἀκόμη εἰς τούς ὁποίους ἀποκαλύπτει τήν ἐν Χριστῷ δόξαν καί βασιλείαν Του καί οἱ ὁποῖοι μετέχουν οὕτως εἰς τό μυστήριον τοῦ σταυροῦ, μέσῳ τοῦ δοξασμοῦ, δηλαδή τῆς θεώσεώς των. Ἡ μόνη ἀπασχόλησις τῶν προφητῶν, ἀποστόλων καί πατέρων ἦτο 1) ἡ θεραπεία τῶν «ἰδιωτῶν» (λαϊκῶν), μέσῳ τῆς καθάρσεως τῆς καρδίας των καί 2) ἡ μύησίς των α) εἰς τήν κατάστασιν ὡς μελῶν τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ καί ναῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μέσῳ τοῦ φωτισμοῦ τῆς καρδίας, καί β) εἰς «τό τέλειον»[22], δηλαδή εἰς τήν θέαν τοῦ Χριστοῦ ἐν δόξῃ «πρόσωπον πρός πρόσωπον»[23], μέσῳ τοῦ δοξασμοῦ[24] διά τήν διακονίαν τῆς ἀνθρωπότητος[25]»[26].
ε) Ἅγιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ : Ἀνάθεμα στούς παπικούς!
Ρωτᾶ ὁ ἅγιος Παΐσιος Βελιτσκόφσκυ : «Εἶναι αἱρετικοί οἱ Ρωμαιοκαθολικοί μέ τόν Πάπα τους; Λοιπόν, ξέρω ὅτι θά πεῖτε ὅτι εἶναι αἱρετικοί. Καί ἐπειδή εἶναι αἱρετικοί, ὅπως καί πράγματι εἶναι, τότε ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία τούς ἀναθεμάτισε. Καί ἐπειδή ἡ Ἁγία Ἐκκλησία τούς ἀναθεμάτισε, τότε μαζί μέ τήν Ἐκκλησία κι ἐγῶ, ὡς τέκνο της, τούς ἀναθεμάτισα»[27].
4. Ἐκφώνηση ἀναθεμάτων καί πρό καί μετά ἀπό κατάγνωση Συνόδου.
Εἶναι κατασταλαγμένο τό ἀξίωμα, σύμφωνα μέ τήν ἐκκλησιαστική μας ἱστορία καί τό παράδειγμα τῶν ἁγίων, ὅτι κλῆρος καί λαός ἐπιτρέπεται νά ἐκφωνήσουν ἀναθέματα ἐναντίον αἱρέσεων καί αἱρετικῶν τόσο πρό ὅσο καί μετά τήν σύγκληση Ὀρθοδόξου Συνόδου, πού θά καταγνώσει τήν αἵρεση καί τόν αἱρετικό. Τό ἀνάθεμα πρό Συνόδου μᾶς δείχνει ὅτι δέν εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ὕπαρξη Συνόδου, γιά νά ἐκφωνηθεῖ ἕνα ἀνάθεμα. Ἀντιθέτως, συμβάλλει τά μέγιστα πρός τήν πορεία συγκλήσεως μιᾶς Ὀρθοδόξου Συνόδου, πού θά καταγνώσει τήν αἵρεση καί τόν αἱρετικό. Βεβαίως, μετά τήν σύγκληση Συνόδου καί τήν κατάγνωση τῆς αἰρέσεως καί τοῦ αἱρετικοῦ, τό ἀνάθεμα πλέον καθίσταται, ὄχι μόνο ἀναγκαῖο, ἀλλά καί ὑποχρεωτικό.
i) Παραδείγματα ἀναθεμάτων πρό Συνόδου
Στή συνέχεια θά παραθέσουμε μερικά ἀπό τά πολλά παραδείγματα ἐκφωνήσεως ἀναθεμάτων πρό τῆς συγκλήσεως Συνόδου.    
α) Τό ἀνάθεμα τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου Νίκωνος τοῦ ἱερομάρτυρος κατά τοῦ ἡγεμόνος Κυντιανοῦ καί τῶν «θεῶν» του
Σύμφωνα μέ τόν βίο καί τό μαρτύριο τοῦ ἁγίου Νίκωνος, «ὁ ἡγεμόνας Κυντιανός διέταξε νά δέσουν τόν μάρτυρα Νίκωνα μέ ἁλυσίδες σιδήρου καί νά τον πετάξουν ἀπό τό ψηλό βουνό σέ μιά βαθιά ἄβυσσο. Ἀλλά, ἀκόμη καί μετά ἀπό αὐτό, ὁ μάρτυρας δέν τραυματίσθηκε. Ἄγγελος Θεοῦ τόν διεφύλαξε κατά τή διάρκεια τῆς πτώσεως καί, ἀφοῦ τόν ἀπελευθέρωσε ἀπό τά δεσμά, τόν ἔβγαλε ἔξω  ἀπό τήν ἄβυσσο. Ὁ ἅγιος ἐμφανίστηκε καί πάλι στή δίκη. Βλέποντάς τον ὁ ἡγεμόνας, τρομοκρατήθηκε καί τοῦ εἶπε :
«Νίκων! Πόσο μεγάλη εἶναι ἡ φροντίδα τῶν θεῶν μας! Δέν βλέπεις πῶς ἐνδιαφέρονται γιά σένα καί δέν θέλουν νά καταστρέψεις τό σῶμα σου; Γνώρισε τό ἔλεός τους, θυσίασε καί γίνε φίλος τους».
Ὁ ἅγιος ἀπάντησε :
«Ἄς εἶναι ἀνάθεμα ἐναντίον ἐσᾶς καί τῶν θεῶν σας καί ὅσων ἐλπίζουν σ’ αὐτούς».
Τότε ὁ ἡγεμόνας διέταξε νά χτυπήσουν τόν ἅγιο μέ πέτρες στό πρόσωπο, νά βγάλουν τή γλώσσα μέ λαβίδες καί νά τήν κόψουν. Τότε τόν πήγαν σέ ἕνα μέρος, πού ὀνομάζεται Γκίγια, ὅπου ἔζησε μέ τους μαθητές του, καί ἐκεῖ ἔκοψαν τό κεφάλι του. Ἔτσι, ὁ ἅγιος ἱερέας-μάρτυρας Νίκων ἀποκεφαλίστηκε στόν ποταμό Ἀσίνο κάτω ἀπό το δέντρο. Τό σῶμα του ἀφέθηκε χωρίς ταφή καί ρίχτηκε, γιά νά φαγωθεῖ ἀπό τά ζῶα καί τά πουλιά»[28].
Ἐρώτηση : Μήπως περίμενε ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπος Νίκων τήν σύγκληση κάποιας Συνόδου, γιά νά ἐκφωνήσει ἀνάθεμα ἐναντίον τοῦ εἰδωλολάτρου ἡγεμόνος Κυντιανοῦ καί τῶν σύν αὐτῷ, ἐναντίον τῶν εἰδωλολατρικῶν ψευδοθεῶν τους καί ἐναντίον ὅσων ἐλπίζουν σ’αὐτούς; Βεβαίως, ὄχι.
β) Τό ἀνάθεμα τοῦ λαοῦ τῆς Ἀλεξανδρείας καί τοῦ Ἐπισκόπου Ἐμέσης Παύλου κατά τῆς διδασκαλίας τοῦ Νεστορίου
Ἄς ἀφήσουμε τόν Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεο νά μᾶς διηγηθεῖ τό γεγονός. «Ὁ Ἐπίσκοπος Ἐμέσης (ἤ Ἐμίσης, πού ἦταν πόλη τῆς Κοίλης Συρίας στήν σημερινή πόλη Homs) Παῦλος ἐπισκέφθηκε τόν Ἀρχιεπίσκοπο Ἀλεξανδρείας ἅγιο Κύριλλο στήν ἔδρα τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς του καί μάλιστα κατά τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Ὁμίλησε παρόντος τοῦ ἁγίου Κυρίλλου, καί, ὅπως φαίνεται, ἡ ὁμιλία του ἦταν εἰσαγωγική, δηλαδή μετά ἀπό τόν Παῦλο ἀκολούθησε ὁ ἅγιος Κύριλλος. Διασώζονται δύο ὁμιλίες τοῦ Ἐπισκόπου Παύλου, οἱ ὁποῖες ἔγιναν διαδοχικά.
Στήν πρώτη ὁμιλία ὁ Ἐπίσκοπος Παῦλος ἀναφέρθηκε στήν Γέννηση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί στό ὅτι ἡ ἁγία Παρθένος Μαρία εἶναι Θεοτόκος. Ἡ Παρθένος τίκτει καί μένει πάλι Παρθένος, γίνεται μητέρα καί δέν ὑπομένει ὅλα ἀκριβῶς τά τῆς μητρός. Καί ὑπογραμμίζει : «Τίκτει οὖν ἡ Θεοτόκος Μαρία τόν Ἐμμανουήλ» .
Βρισκόμαστε στήν περίοδο ἐκείνη, κατά τήν ὁποία γινόταν λόγος ἀπό τόν Νεστόριο ὅτι ἡ Παναγία δέν πρέπει νά λέγεται Θεοτόκος, ἀλλά Χριστοτόκος. Ὁπότε ὁ λαός τῆς Ἀλεξάνδρειας στό ἄκουσμα τῆς φράσεως ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Ἐμέσης Παῦλο ὅτι «τίκτει ἡ Θεοτόκος Μαρία τόν Ἐμμανουήλ», ἀνεφώνησε : «Ἡ πίστις ἰδού αὕτη ἐστί· Θεοῦ δῶρον, Κύριλλε ὀρθόδοξε· τοῦτο ἀκοῦσαι ἐζητοῦμεν. Ὁ τοῦτο μή λέγων, ἀνάθεμα ἔστω».
Ὁ Παῦλος ἀνταπήντησε στόν λαό, λέγοντας : «ὁ τοῦτο μή λέγων, καί νοῶν, καί φρονῶν, ἀνάθεμα ἔστω ἀπό της Ἐκκλησίας». Καί συνέχισε, λέγοντας ὅτι ἡ Παναγία ἐγέννησε τόν Ἐμμανουήλ, «Θεόν ἐνανθρωπήσαντα». Ἔπειτα ἀναφέρθηκε στίς δύο γεννήσεις του Χριστοῦ, τήν πρό πάντων τῶν αἰώνων ἀπό Πατέρα, καί τήν ἐν χρόνῳ ἀπό τήν Παναγία Μητέρα, καθώς ἐπίσης ἀναφέρθηκε καί στίς δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, θεία καί ἀνθρωπίνη, ὁπότε ὁ Χριστός εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος. Ὅμως, συνέχισε, οἱ δύο φύσεις της θεότητος καί της ἀνθρωπότητος πού ἑνώθηκαν, «τόν ἕνα ἡμῖν ἀπετέλεσαν Υἱόν, τόν ἕνα Χριστόν, τόν ἕνα Κύριον»[29].
Ἐρώτηση : Μήπως περίμενε ὁ ὀρθόδοξος λαός τῆς Ἀλεξανδρείας καί ὁ ἅγιος Ἐπίσκοπος Ἐμέσης Παῦλος τήν σύγκληση κάποιας Συνόδου, γιά νά ἐκφωνήσουν τό παραπάνω ἀνάθεμα; Βεβαίως, ὄχι.
ii) Παράδειγμα ἀναθεμάτων μετά τήν Σύνοδο
Στή συνέχεια θά παραθέσουμε παραδείγματα ἐκφωνήσεως ἀναθεμάτων μετά τήν σύγκληση Συνόδου.
α) Τό ἀνάθεμα τοῦ Ὁσίου Σάββα τοῦ Ἡγιασμένου, τοῦ λαοῦ καί τοῦ Ὁσίου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου
Διαβάζουμε στόν βίο τοῦ Ὁσίου Σάββα : «… Στόν θρόνο τῆς Ἀντιοχείας ἐπέβη ὁ [μονοφυσίτης] Σεβῆρος. Αὐτός ἔστειλε τά συνοδικά του γράμματα [ὑπέρ τοῦ μονοφυσιτισμοῦ] στόν [ὁμολογητή καί ὀρθόδοξο] Πατριάρχη [Ἱεροσολύμων] Ἠλία, ὁ ὁποῖος δέν τά δέχθηκε. Ὁ Σεβῆρος, ὅμως, ἔστειλε πάλι τά συνοδικά του μέ μερικούς κληρικούς καί βασιλική δύναμη. Τότε ὁ ὅσιος Σάββας καί ἄλλοι ἡγούμενοι ἦλθαν στά Ἱεροσόλυμα καί ἔδιωξαν τούς ἀπεσταλμένους, φωνάζοντας : «Ἀνάθεμα στόν Σεβῆρο καί τούς κοινωνούς του»
   «… Ἀφοῦ, λοιπόν, συγκεντρώθηκαν ὅλοι οἱ μοναχοί καί οἱ πολῖτες στόν σεβάσμιο ναό, πού προαναφέραμε [τοῦ ἁγίου πρωτομάρτυρος Στεφάνου], ἦλθε μαζί τους ὁ Ἀναστάσιος ὁ δούκας καί ὁ Ζαχαρίας ὁ ὑπατικός. Ὁ δούκας ἀνέμενε νά γίνει τό θέλημα τοῦ βασιλέως [Ἀναστασίου] (νά ἀναθεματισθεῖ ἡ Σύνοδος [τῆς Χαλκηδόνος]). Μόλις ἔφθασε ὁ Ὑπάτιος καί εἰσῆλθε μέ τό πλῆθος στό ναό τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, ἀνεβαίνει ὁ ἀρχιεπίσκοπος [Ἱεροσολύμων Ἰωάννης] ἐπάνω στόν ἄμβωνα, ἔχοντας μαζί του τούς κορυφαίους καί ἡγουμένους τῶν μοναχῶν, Θεοδόσιο καί Σάββα. Ὅλος δέ ὁ λαός φώναζε πολλές ὧρες, λέγοντας : «Ἀναθεμάτισε τούς αἱρετικούς καί ἐπιβεβαίωσε τήν Σύνοδο [τῆς Χαλκηδόνος]».
Χωρίς καθυστέρηση, λοιπόν, καί οἱ τρεῖς μαζί ἐκ συμφώνου ἀναθεματίζουν τόν Νεστόριο, τόν Εὐτυχῆ, τόν Σεβῆρο καί τόν Σωτήριχο Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καί ὅλους ὅσους δέν δέχονται τήν Σύνοδο τῆς Χαλκηδόνος. Ἀφοῦ καί οἱ τρεῖς διεκήρυξαν αὐτά καί κατέβηκαν ἀπό τόν ἄμβωνα, ὁ ἀββᾶς Θεοδόσιος στράφηκε πρός τόν λαό καί φωνάζει : «Ὅποιος δέν δέχεται τίς τέσσερις Συνόδους σάν τά τέσσερα Εὐαγγέλια, νά εἶναι ἀναθεματισμένος»[30] »[31].
Τά παραπάνω γεγονότα ἐκτυλλίσονται περί τό 516 μ.Χ. Ἑπομένως, τόσο οἱ ὅσιοι Σάββας ὁ Ἡγιασμένος καί Θεοδόσιος ὁ Κοινοβιάρχης, ὅσο καί ὁ λαός ἐκφωνοῦν τό ἀνάθεμα μετά τήν σύγκληση τῆς Δ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Χαλκηδόνος (451 μ.Χ.) καί τήν κατάγνωση τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοφυσιτισμοῦ καί τῶν αἱρεσιαρχῶν του.
5. Περί τοῦ κειμένου μας «Τάξις λιτανεύσεως τῶν Ἁγίων καί Ἰερῶν Εἰκόνων τῇ Κυριακῇ τῆς Ὀρθοδοξίας» 
Πρόσφατα δημοσιεύσαμε στό διαδίκτυο τό κείμενό μας «Τάξις λιτανεύσεως τῶν Ἁγίων καί Ἰερῶν Εἰκόνων τῇ Κυριακῇ τῆς Ὀρθοδοξίας»[32], γιά τό ὁποῖο κατηγορηθήκαμε ὅτι ποιοί εἴμαστε ἐμεῖς, πού γράφουμε καινούργια «Τάξη», ὅτι δέν τηροῦμε τό τυπικό τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι δέν σεβόμαστε τήν Σύνοδο καί ὅτι εἴμαστε ὑπεράνω αὐτῆς, ὅτι πῶς τολμοῦμε νά προθέτουμε νέα ἀναθέματα κλπ.
Κατ’ἀρχήν, ἡ «Τάξις» αὐτή δέν εἶναι δικό μας ἐφεύρημα. Ἄν ἀνοίξει κανείς τό βιβλίο «Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος»[33], πού περιέχει τό τυπικό τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν καί τήν διοικητική ὀργάνωση τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐλλάδος, καί δεῖ τό τυπικό τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, θά διαπιστώσει ὅτι τά Δίπτυχα, σχετικά μέ τήν λιτάνευση τῶν Ἁγίων καί Ἱερῶν Εἰκόνων, παραθέτουν δύο εἴδη τυπικοῦ : α) Ἡ λιτανεία τῶν ἱερῶν εἰκόνων κατά τήν συνήθη τάξιν, καί β) Ἡ λιτανεία τῶν ἱερῶν εἰκόνων κατά τήν τάξιν τῶν Πατριαρχείων Ἀλεξανδρείας καί Ἱεροσολύμων. Στό κείμενό μας, λοιπόν, προτιμήσαμε τό δεύτερο εἶδος τυπικοῦ καί αὐτό ἀντιγράψαμε.
Τό σημαντικό ἐδῶ εἶναι ὅτι στά Δίπτυχα μέχρι καί τό 2006 ὑπῆρχαν γραμμένα μερικά ἀναθέματα ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν καί τῶν αἱρέσεων καί ἐκφωνοῦνταν. Ὅμως, ἀπό τό 2007 μέχρι καί σήμερα, 12 χρόνια τώρα, ἀφαιρέθηκαν γιά εὐνόητους λόγους αὐτά τά ἀναθέματα καί παρέμεινε ἡ ὑπόλοιπη «Τάξις» χωρίς ἀναθέματα. Αὐτό, λοιπόν, τό κενό θέλαμε νά ἀναπληρώσουμε μέ τό κείμενό μας. Παραθέσαμε, λοιπόν, ἀρκετά ἀναθέματα. Τά περισσότερα ἀπό αὐτά ὑπάρχουν στό «Συνοδικόν τῆς Ζ΄ Ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας» καί ἀπό ἐκεῖ τά δανειστήκαμε. Παραθέσαμε βέβαια καί τά ἀναθέματα, πού λίαν καλῶς, σοφῶς καί ἐξαιρέτως ἐξεφώνησε ὁ Σεβ. Μητρ. Πειραιῶς κ. Σεραφείμ τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 2012[34], καί τά ὁποία ἐκφωνεῖ μέχρι σήμερα. Στή συνέχεια προσθέσαμε ἀρκετά νέα ἀναθέματα, διότι στό διάβα τοῦ χρόνου μέχρι σήμερα παρουσιάστηκαν νέες αἱρέσεις.
6. Περί προσθήκης νέων ἀναθεμάτων
Σχετικά μέ τήν προσθήκη νέων ἀναθεμάτων, ὁ Σεβ. Μητρ. Πειραιῶς κ. Σεραφείμ τονίζει : «Τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅταν γράφτηκε γιά πρώτη φορά τό 843 ἀπό τούς ἁγίους πατέρες τῆς Ζ΄ ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς Συνόδου, μετά τό τέλος τῆς δευτέρας φάσεως τῆς εἰκονομαχίας, περιελάμβανε ἀναθέματα γιά ὅλους τούς αἱρετικούς, ἀπό τόν Ἄρειο μέχρι καί τούς εἰκονομάχους. Ἀπό τόν 9ο αἰώ. κι ἔπειτα, ἐπειδή ἔκαναν τήν ἐμφάνισή τους κι ἄλλες αἱρέσεις, ἰδίως ἡ αἱρετική παρασυναγωγή τοῦ Παπισμοῦ, ἡ Ἐκκλησία ἀπεφάσισε τόν 14ο αἰώ. νά ἐμπλουτίσει τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας μέ νέα ἀναθέματα, ὁπότε προστέθηκαν τά «Κεφάλαια κατά Βαρλαάμ καί Ἀκινδύνου», μέ τά ὁποῖα ἀναθεματίζεται, στά πρόσωπα τοῦ Βαρλαάμ Καλαβροῦ καί τοῦ Γρηγορίου Ακινδύνου, ἡ αἵρεση τοῦ Παπισμοῦ. Ἀπό τήν παραπάνω τακτική διαπιστώνουμε ὅτι τό Συνοδικό τῆς Όρθοδοξίας εἷναι ἀναπροσαρμοζόμενο καί ὅτι ἡ προσθήκη καινούργιων ἀναθεμάτων ἦταν καί εἶναι συνήθης τακτική τῆς Ἐκκλησίας. Ἑπομένως, εἶναι ἀνεπίτρεπτο νά κατηγοροῦν κάποιοι τούς ἁγίους Πατέρες ὅτι δῆθεν εἶναι πάνω ἀπό τήν Ἐκκλησία καί δέν κάνουν ὑπακοή, διότι προσέθεσαν νέα ἀναθέματα.
Ἡ ἀνωτέρω συνήθης ἐκκλησιαστική τακτική εἶναι ἡ ἐνδεικνυόμενη καί προτείνεται νά ἀκολουθεῖται καί σήμερα. Συνιστᾶται προαιρετικῶς νά ἐκφωνοῦνται, ὄχι μόνο τά παλαιά ἀναθέματα, ἀλλά καί τά νέα ἀναθέματα ἐναντίον τῆς Μασονίας, τοῦ φρικώδους Σιωνισμοῦ, τοῦ Μουσουλμανισμοῦ, τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, τοῦ Προτεσταντισμοῦ, τοῦ Ἀγγλικανισμοῦ, τοῦ Λουθηροκαλβινισμοῦ, τοῦ Παπισμοῦ, τοῦ αἱρεσιάρχου Πάπα Ρώμης, τοῦ Νεοβαρλααμισμοῦ, τοῦ Ἰεχωβισμοῦ, τοῦ Χιλιασμοῦ, τοῦ Πεντηκοστιανισμοῦ, τῆς μεταπατερικῆς, νεοπατερικῆς, συναφειακῆς καί μετακανονικῆς αἱρέσεως καί τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακού Οἰκουμενισμοῦ. Δέν πρέπει νά ἀγνοεῖται τό γεγονός ὅτι ὅλες οἱ παραπάνω αἱρέσεις εἶναι κατεγνωσμένες ἀπό συνόδους καί ἁγίους Πατέρες. Ἄλλωστε, τό ἴδιο τό Συνοδικό τῆς Ὀρθοδοξίας ἀναφέρει σέ ἕνα σημεῖο του˙«ὅλοις τοῖς αἱρετικοῖς ἀνάθεμα»[35], ἀνάθεμα σέ ὅλους τούς αἱρετικούς, καί στούς παλαιούς καί τούς νέους, τούς συγχρόνους, σ΄αὐτούς πού ὑπῆρξαν, ὑπάρχουν καί θά ὑπάρξουν μέχρι συντελείας αἰώνων.  Ἡ ἀνωτέρω τακτική δέν ἀποτελεῖ οὔτε πρωτοτυπία, οὔτε καινοτομία, οὔτε πρόταξή μας ὑπεράνω Συνόδων καί Ἐκκλησίας, ἀλλά ἁπλῶς ταπεινή ἀκολουθία τῆς συνήθους ἐκκλησιαστικῆς τακτικῆς, καί τήρηση τῆς τάξεως τοῦ λειτουργικοῦ βιβλίου τοῦ Τριωδίου, ἡ ὁποία καί βεβαίως ἰσχύει μέχρι καί σήμερα. Ὁ ποιμαντικός σκοπός καί στόχος της ἐκφωνήσεως τῶν ἀναθεμάτων εἶναι διφυής, διττός : Ἀπό τή μιά ἡ μετάνοια τῶν ἀναθεματισμένων, καί ἀπό τήν ἄλλη ἡ προφύλαξη τοῦ ποιμνίου του ἀπό τίς αἱρέσεις, παλαιές καί νέες,  οἱ ὁποῖες στεροῦν τήν σωτηρία ἀπό τούς ἀνθρώπους»[36].
7. Περί τοῦ ἀναθέματος κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ
Ἀρκετοί ἀντιδροῦν ἐναντίον τοῦ ἀναθέματος κατά τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ξεχνοῦν, ὅμως, ὅτι, σύμφωνα μέ τόν ὅσιο Ἰουστῖνο Πόποβιτς, ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι παναίρεση[37] καί ὅτι, σύμφωνα μέ τόν Γέροντα Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη,  ὁ Οἰκουμενισμός ἔχει πνεῦμα πονηρίας καί κυριαρχεῖται ἀπό ἀκάθαρτα πνεύματα˙ δέν ἔχει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ἀλλά τό πνεῦμα τό ἀκάθαρτο[38]. Ἐδῶ, ἐπίσης, νά προσθέσουμε τό πολύ νευραλγικό στοιχεῖο ὅτι ὑπάρχει ἐπίσημο ἀνάθεμα τῆς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας ἔξω ἀπό τή Ρωσία (ROCOR) κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ τόν Αὔγουστο τοῦ 1983 ἀπό τήν Σύνοδο τοῦ Βανκοῦβερ.
Τό Συνοδικό ἀνάθεμα ἔχει ὡς ἑξῆς :
«Τοῖς βάλλουσι κατά τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί διδάσκουσιν ὅτι ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία μεμέρισται ἐν οὕτω καλουμένοις «κλάδοις», οἵτινες διαφέρουσιν ἀλλήλων ἐν διδασκαλίᾳ καί τρόπῳ ζωῆς, ἤ ὅτι ἡ Ἐκκλησία οὐχ ὑφίσταται ὁρατῶς, ἀλλ' ἀπαρτισθήσεται ἐν τῷ μέλλοντι, ὅταν ἅπαντες οἱ «κλάδοι» ἤ τμήματα ἤ ὁμολογίαι ἤ προσέτι καί θρησκεῖαι ἐνωθῶσιν ἐν ἑνί σώματι˙ καί οἵτινες οὐ διακρίνουσι τήν ἱερωσύνην καί τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν ἱερωσύνην καί τά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, ἀλλά λέγουσιν ὅτι τό βάπτισμα καί ἡ εὐχαριστία τῶν αἱρετικῶν εἰσίν ἱκανά πρός σωτηρίαν˙ ὡσαύτως, τοῖς κοινωνοῦσιν ἐν γνώσει τοῖς προμνημονευθεῖσιν αἱρετικοῖς ἤ συνηγοροῦσι, διαδίδουσι, ἤ ὑπεραμυνομένοις τῆς καινοφανοῦς αὐτῶν αἱρέσεως τοῦ οἰκουμενισμοῦ ἐν προσχήματι ἀδελφικῆς ἀγάπης, ἤ ὑποτιθεμένης ἑνώσεως τῶν διαχωρισθέντων Χριστιανῶν, ΑΝΑΘΕΜΑ»!
Δηλαδή, «σ'αὐτούς πού βάλλουν ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καί διδάσκουν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι χωρισμένη σέ ἔτσι ὀνομαζομένους «κλάδους», οἱ ὁποῖοι διαφέρουν μεταξύ τους στήν διδασκαλία καί στόν τρόπο ζωῆς, ἤ ὅτι ἡ Ἐκκλησία δέν ὑφίσταται (δέν ὑπάρχει) ὁρατῶς, ἀλλά θά ἀπαρτισθεῖ στό μέλλον, ὅταν ὅλοι οἱ «κλάδοι» ἤ τά τμήματα, ἤ ἀκόμη καί οἱ θρησκεῖες ἑνωθοῦν σέ ἕνα σῶμα, καί οἱ ὁποῖοι δέν διακρίνουν τήν ἱερωσύνη καί τά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν ἱερωσύνη καί τά μυστήρια τῶν αἱρετικῶν, ἀλλά λένε ὅτι τό βάπτισμα καί ἡ εὐχαριστία τῶν αἱρετικῶν εἶναι ἱκανά γιά τήν σωτηρία˙ γι'αὐτό, σέ αὐτούς, πού κοινωνοῦν ἐν γνώσει μέ τούς αἱρετικούς, πού προμνημονεύθηκαν, ἤ συνηγοροῦν, διαδίδουν ἤ ὑπεραμύνονται αὐτῆς τῆς καινοφανοῦς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, μέ τό πρόσχημα τῆς ἀδελφικῆς ἀγάπης ἤ τῆς ὑποτιθέμενης ἑνώσεως τῶν χωρισμένων (διηρημένων) Χριστιανῶν, νά εἶναι ΑΝΑΘΕΜΑ, δηλαδή νά εἶναι χωρισμένοι ἀπό τόν Θεό»[39]. 
8. Περί τοῦ ἀναθέματος κατά τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης
Ἐπίσης, ἀρκετοί ἀντιδροῦν ἐναντίον τοῦ ἀναθέματος κατά τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης καί τῶν κειμένων της.
Τό ἀνάθεμα ἐναντίον τῆς ψευδοσυνόδου τῆς Κρήτης σαφῶς καί δέν ἀναφέρεται στά πρόσωπα τῶν συμμετεχόντων σ’αὐτή, ἀλλά στίς αἱρέσεις, πού διετυπώθησαν καί υἱοθετήθηκαν, ὅπως ἐπίσης καί στόν τρόπο, τήν μεθοδολογία διεξαγωγῆς καί ὀργάνωσής της. Ὁ ἀναθεματισμός τῶν προσώπων εἶναι ἔργο Ὀρθοδόξου Συνόδου. Ἐν τούτοις, οἱ κληρικοί ἐπιτρέπεται νά ἀναθεματίζουν τήν αἵρεση τῶν προσώπων.
Ὑπενθυμίζουμε ὅτι τό Κολυμπάρι θεσμοθέτησε α) τόν Οἰκουμενισμό, β) τήν διεξαγωγή τοῦ διαλόγου μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί αἱρέσεων μέ κριτήριο τίς προτεσταντικές πλατφόρμες καί ὄχι τήν Ὀρθόδοξη Ὁμολογία, γ) τήν  λεγομένη «ἀποκατάσταση τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν» καί τήν ἱστορική ὀνομασίαν τοῦ ὅρου «ἐκκλησία» γιά τούς αἱρετικούς, δ) τόν Καταστατικό Χάρτη τοῦ προτεσταντικοῦ λεγομένου «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», δηλ. αἱρέσεων, καί τόν δογματικό μινιμαλισμό ὡς βάση τοῦ διαλόγου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μετά τῶν αἱρέσεων, ε) τήν «Δήλωση τοῦ Τορόντο» τοῦ 1950, σύμφωνα μέ τήν ὁποία 1ον) ὑπάρχουν μέλη τῆς Ἐκκλησίας καί ἐκτός τῶν τειχῶν Αὐτῆς, 2ον) ὑπάρχει Ἐκκλησία ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καί 3ον) τό νά ἀποτελεῖς μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ εἶναι περιεκτικώτερο ἀπό τό νά ἀποτελεῖς μέλος τῆς ἰδίας Ἐκκλησίας, στ) τούς μεικτούς γάμους μέ πρόσχημα μία ψευδή οἰκονομία, καί ζ) τήν αἱρετική ζηζιούλια θεωρία περί ἀνθρωπίνου προσώπου.
Θά μπορούσαμε, ἐπιπροσθέτως, νά ποῦμε ὅτι ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης εἶναι ἕνας Ὠριγενισμός. Διότι, ὅπως ὁ Ὠριγένης ἀποκατέστησε τούς ἁμαρτωλούς, πού βρίσκονται στήν κόλαση, τούς μετέβαλε μέσῳ τῆς καθαρτικῆς ἐνεργείας σέ δικαίους καί τούς ἔβαλε στόν Παράδεισο, ἔτσι και ἡ Κολυμπάρια ψευδοσύνοδος ἀποκατέστησε τίς αἱρέσεις καί τούς αἱρετικούς ὡς Ἐκκλησίες, χωρίς τήν προϋπόθεση τῆς μετανοίας, μέ ἀποτέλεσμα οἱ αἱρετικοί νά σώζονται, νά πηγαίνουν στόν Παράδεισο καί ὁ ἄνθρωπος νά βρίσκει τήν σωτηρία καί στίς αἱρέσεις. Ἑπομένως, στό τέλος ὅλοι ἀποκαθίστανται καί σώζονται˙ καί οἱ ἁμαρτωλοί καί οἱ δίκαιοι˙ καί οἱ αἱρετικοί καί οἱ Ὀρθόδοξοι. Ὅμως, αὐτές οἱ αἰρετικές Ὠριγενιστικές θεωρίες ἔχουν καταδικαστεῖ ἀπό τήν Ε΄ Ἁγία καί Οἰκουμενική Σύνοδο.  
Τέλος, ἡ μεγαλύτερη ζημία, πού ἐπέφερε ἡ ψευδοσύνοδος, ἦταν τό ἀνεπανόρθωτο καί ἀνίατο πλῆγμα κατά τοῦ Συνοδικοῦ Συστήματος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ἀντικαταστάθηκε ἡ Συνοδικότητα τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἐξουσία ἑνός Προκαθημένου τόσο στό ἐπίπεδο μιᾶς Τοπικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὅσο καί στό Πανορθόδο ἐπίπεδο.
Ὁ Προκαθήμενος κάθε Τοπικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἶναι μόνο ὁ Πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου. Κατέχει τά πρεσβεία τιμῆς καί εἶναι ἷσος μέ τούς ἄλλους Ἐπισκόπους. Οἱ ἀποφάσεις λαμβάνονται μέ τήν ἔγκριση ὅλων τῶν ἐπισκόπων τῆς Συνόδου, καί ὄχι μόνο ἀπό τόν Προκαθήμενο. Ὁ Προκαθήμενος συναποφασίζει μέ τήν Σύνοδο τῶν Ἐπισκόπων καί ὀφείλει νά τηρεῖ τίς ὅποιες συνοδικές ἀποφάσεις. Στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, ὅμως, ἡ ψῆφος τοῦ Προκαθημένου κάθε Τοπικῆς Ἐκκλησίας εἶχε ἀποφασιστική καί μεγαλύτερη ἰσχύ ἀπό τήν γνώμη τῶν ἐπισκόπων τῆς Συνόδου, ἀκόμη καί ἄν ἡ τελευταία ἦταν ἀντίθετη μέ τήν γνώμη τοῦ Προκαθημένου. Ἄς συνυπολογιστεῖ καί τό γεγονός ὅτι τό σύνολο τῶν ἐπισκόπων τῶν Ἱερῶν Συνόδων εἶχε ἀποκλειστεῖ ἐξ ἀρχῆς ἀπό τήν συμμετοχή τους στήν ψευδοσύνοδο, ἀφοῦ ἐπιλέχθηκαν μόνο εἰκοσιτέσσερεις (24). Ἔτσι, ὁ κάθε Προκαθήμενος ἐξυψώθηκε ὑπεράνω τῆς Συνόδου τῆς Τοπικῆς Ἐκκλησίας καί οὐσιαστικά ἐνήργησε ὡς Πάπας μέσα στήν Τοπική Ἐκκλησία, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι Ἐπίσκοποι περιθωριοποιήθηκαν, ἀπομειώθηκαν καί λειτούργησαν ὡς ὑποδεέστεροι, ὡς καρδινάλιοι. Αὐτό φάνηκε ἀπό τήν ἀθέτηση καί καταπάτηση τῆς ὁμοφώνου συνοδικῆς ἀποφάσεως τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος τοῦ Μαΐου τοῦ 2016 ἀπό τήν ἀντιπροσωπεία, πού συμμετεῖχε στήν ψευδοσύνοδο. Φάνηκε ἐπίσης καί ἀπό τό καινοφανές καί ἀπαράδεκτο γεγονός τῆς τοποθετήσεως τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Προκαθημένου μιᾶς Ἐκκλησίας σέ κείμενα τῆς ψευδοσυνόδου, στή θέση πού δέν ὑπῆρχαν οἱ ὑπογραφές ἐνίων ἐπισκόπων, διότι διαφώνησαν μέ τίς θέσεις τῶν κειμένων. Ὁ Προκαθήμενος δηλ. ὑπέγραψε ἀντί τῶν διαφωνοῦντων ἐπισκόπων, χωρίς τήν ἔγκρισή τους.  
Σέ πανορθόδοξο ἐπίπεδο, οἱ ἑννέα ἀπό τούς δεκατρεῖς Προκαθημένους, πού συμμετεῖχαν στήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, οὐσιαστικά ὑποβιβάσθηκαν σέ καρδιναλίους καί ἀποδέχθηκαν ὡς κεφαλή τους καί Πάπα τους τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο, ὁ ὁποῖος καθίσταται Πάπας ὅλων τῶν Τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν.
Ἐτσι, λοιπόν, ἡ ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης εἶναι ἡ κατάργηση τῆς Συνοδικότητας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.  
Ἡ κατάργηση αὐτή κατέστη φανερή καί ἀπό τόν ἀντικανονικό καί μονομερῆ τρόπο ἀποδόσεως ψευδοαυτοκεφαλίας στούς σχισματικούς καί αὐτοχειροτονήτους τῆς νέας ψευδοεκκλησίας τῆς Οὐκρανίας ὑπό τόν σχισματικό ψευδομητροπολίτη Ἐπιφάνιο ἀπό τόν Πατριάρχη Βαρθολομαῖο.
Αὐτό τό νόημα ἔχει καί τό ἀνάθεμα ἐναντίον τῆς αἱρέσεως ὅτι ὁ ἐκάστοτε Οἰκουμενικός Πατριάρχης εἶναι πρῶτος ἄνευ ἴσων. Εἶναι ἀνάθεμα ἐναντίον τῆς συγκεκριμένης αἱρέσεως καί ὄχι ἐναντίον τοῦ προσώπου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου.
Ἐπίλογος
Ἁμαρτία καί σκανδαλισμός δέν εἶναι ἡ ἐκφώνηση τῶν ἀναθεμάτων τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἁμαρτία, σκανδαλισμός καί παρανομία εἶναι ἡ μή ἐκφώνησή τους. Ἠ μή ἐκφώνηση τῶν ἀναθεμάτων ἀποτελεῖ οἰκουμενιστική, μεταπατερική πρακτική, ἡ ὁποία ἐπιφέρει δογματικό μινιμαλισμό, ἀπομειώνει τή νίκη καί τόν θρίαμβο τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας κατά πασῶν τῶν αἱρέσεων καί τῶν αἱρετικῶν, μέ ἀποτέλεσμα νά παρουσιάζεται ἡ Ἐκκλησία ἄνευρη, ἀδύναμη, ἄτολμη καί ταπεινωμένη. Οἱ μόνοι, πού ἐπιχαίρουν ἀπό τήν μή ἐκφώνηση τῶν ἀναθεμάτων εἶναι οἱ ἐκκοσμικευμένοι χριστιανοί καί κληρικοί, οἱ αἱρετικοί καί οἱ οἰκουμενιστές. Ἀντιθέτως, οἱ πραγματικοί καί ἐνσυνείδητοι ὀρθόδοξοι χριστιανοί λυποῦνται καί θλίβονται. Γιατί, λοιπόν, νά συνευδοκήσουμε καί νά συνεργήσουμε στά ἀνωτέρω καί νά μήν δώσουμε χαρά, ἀνάπαυση και ἀγαλλίαση στόν Ἅγιο Τριαδικό Θεό μας, τόν Θεάνθρωπο Χριστό μας, τήν Ἁγία Ἐκκλησία Του, τήν Κυρία Θεοτόκο, τούς Ἁγίους Ἀποστόλους, τούς Ἁγίους Πατέρες καί τούς ἐνσυνειδήτους Ὀρθοδόξους Χριστιανούς καί κληρικούς; Ἐν τέλει, ταπεινῶς φρονοῦμε ὅτι ὅποιος δέν ἐκφωνεῖ ἀναθέματα τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, δέν ἀγαπᾶ οὐσιαστικά καί πραγματικά οὔτε τόν Χριστό, οὔτε τήν Ἐκκλησία, οὔτε τούς Ἁγίους Πατέρες οὔτε τούς πλανεμένους οὔτε τό ποίμνο, ἀλλά δίνει χαρά στόν Διάβολο καί τά ὀργανά του, διότι ὄντως τά ἀναθέματα ἀποτελοῦν τήν φανέρωση τῆς μεγίστης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ πρός τούς πλανεμένους καί τούς πιστούς.    

Δείτε σχετικά: Αναθέματα: Φανέρωση της μέγιστης αγάπης του Θεού και της εκκλησίας προς τον πλανεμένο άνθρωπο


[1] Κατανυκτικόν Τριώδιον, ἐκδ. Φῶς Χ.Ε.Ε.Ν., Ἀθῆναι 2010, σσ. 618-635.
[2] Ματθ. 21, 18-19.
[3] Ματθ. 25, 41.
[4] Ματθ. 23, 13-39.
[5] Ἰω. 2, 13-16.
[6] Μάρκ. 14, 71.
[7] Πράξ. 23, 12 καί 21.
[8] Πράξ, 23, 14.
[9] Ρωμ. 9, 3.
[10] Α΄ Κορ. 16, 22.
[11] ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Ἑρμηνεία εἰς τάς ΙΔ΄ ἐπιστολάς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τ. Α΄, ἐκδ. Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσ/κη 1989, σ. 697.
[12] Α΄ Κορ. 12, 3.
[13] Γαλ. 1, 8. Ἔνθ’ ἀνωτ., τ. Β΄, Θεσ/κη 1990, σσ. 248-249.
[14] ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ, Ἡ λέξη ἀνάθεμα καί ἡ σημασία της, http://salpismazois.blogspot.com/
[15] Γαλ. 1, 8-9.
[16] Ἑβρ. 10, 31 καί 12, 29.
[17] 2ο Στιχηρό τῶν Ἀποστίχων τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων, ἐν Τριώδιον Κατανυκτικόν, ἐκδ. Φῶς Χ.Ε.Ε.Ν., Ἀθήνα 2010, σ. 448.
[18] Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΑΝΗΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΑΘΕΜΑΤΑ, Μετάφραση (ἑλληνική ἐκ τοῦ ἀγγλικοῦ) :  Ἱ. Μ. Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου, https://www.impantokratoros.gr Πρωτότυπο κείμενο (ρωσσικό) : στό περιοδικό Pravoslavnaya Rus ( Ὀρθόδοξη Ρωσσία), #4, 1974, Ἀγγλικό κείμενο : https://groups.google.com/forum
[19] ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ, Ὁμιλία στήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίαςhttp://orthochristian.com/.  «The meaning of anathema is the meaning of the Church's spiritual cure of an illness in the human soul, which causes eternal death. All human teachings cause eternal death if they introduce their own thinking drawn from reason falsely so-called, from carnal mindedness—that common heritage of fallen spirits and men—into the God-revealed teaching about God. Human philosophies introduced into the teachings of the Christian Faith are called heresies, and adherence to these teachings is called evil belief».
[20] Ὅ. π., http://www.credo.ro/«Doctoria anatemei a fost întotdeauna socotită ca neapărat trebuincioasă de către Sfânta Biserică în privinţa cumplitei boli a ereziei. Când Fericitul Teodorit, episcopul Cirului, dorind să se îndreptăţească în privinţa învinuirilor aruncate asupra lui, Părinţii i-au cerut ca mai întâi de toate să-l dea anatemei pe ereziarhul Nestorie. Teodorit, care se lepădase de Nestorie, dar nu aşa de hotărât cum se lepădase de el Biserica, a vrut să dea lămuriri. Părinţii i-au cerut iarăşi să dea anatemei cu hotărâre, fără alte explicaţii, pe Nestorie şi învăţătura acestuia. Teodorit a vrut din nou să dea lămuriri, însă Părinţii au cerut iarăşi ca el să dea anatemei pe Nestorie, ameninţând că altminteri îl vor socoti eretic pe însuşi Teodorit. Teodorit a rostit anatema asupra lui Nestorie şi a tuturor învăţăturilor eretice ale acelei vremi. Părinţii au dat slavă lui Dumnezeu, l-au proclamat pe Teodorit păstor ortodox, iar Teodorit nu a mai cerut să dea lămuriri, căci lepădase din sufletul său pricinile care îl făceau să simtă nevoia de a da lămuriri».  
«Urma lăsată de păcatul trupesc rămâne în om şi după mărturisirea păcatului, şi după părăsirea lui; urma lăsată de erezie e nimicită îndată după lepădarea ei. Fără această doctorie, otrava hulei împotriva lui Dumnezeu rămâne în duhul omenesc şi nu încetează a-l clătina cu nedumeriri şi îndoieli pricinuite de împreună-simţirea netăiată din rădăcină faţă de erezie; rămân gânduri ce se ridică împotriva înţelegerii lui Hristos (II Cor. 9, 5), ce fac anevoioasă mântuirea pentru cel ţinut în legăturile lor, ţinut în legăturile nesupunerii şi împotrivirii faţă de Hristos, pentru cel ce rămâne în împărtăşire cu satana».
«Auzind astăzi ameninţătoarea vestire a doctoriei duhovniceşti, să o primim cu înţelegere adevărată şi, dând-o sufletelor noastre, să lepădăm fără făţărnicie şi în chip hotărâtor acele pierzătoare învăţături pe care Biserica le va lovi cu anatema spre mântuirea noastră. Chiar dacă le-am lepădat întotdeauna, să întărim glasul prin care le leapădă Biserica».
«Libertatea, uşurimea, puterea duhovnicească pe care le vom simţi negreşit în noi ne mărturisesc dreptatea acestei lucrări bisericeşti şi adevărul învăţăturii vestite în ea».
[21] Ἰω. 17.
[22] Α' Κορ. 13,12.
[23] Α' Κορ. 13,12.
[24] Α' Κορ. 12,26 καί Ρωμ. 8,30.
[25] Ἰω. 17.
[26] π. ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ, Ἡ θρησκεία εἶναι νευροβιολογική ἀσθένεια˙ ἡ δέ Ὀρθοδοξία ἡ θεραπεία της, § ΙΙ Αἱ Σύνοδοι ὡς ἑταιρεῖαι νευρολογικῶν κλινικῶν, ὑποπαράγραφος 4) Νευρολογική Κλινική, Πρώτη δημοσίευση ἀπό τήν Ἱερά Μονή Κουτλουμουσίου Ἁγίου Ὄρους, στόν τόμο «Ὀρθοδοξία, Ἑλληνισμός, πορεία στήν 3η χιλιετηρίδα» 1966, σσ. 67-87, https://www.greekorthodoxchurch.org
[27] SF PAISIOS VELICIKOVSKI  : anathema to the papists! «Are heretics the Roman Catholics with their pope? Well I know you'll say they're heretics. And since they are heretics as well as they are indeed, then our Holy Church anathematizated  them. And the Holy Church is anathematizated them, along with the Church, her son being, I anathematizated  them». Sf Paisios Velicikovski, Spiritual Words and Letters, vol. II, Chisinau, 1999, p. 49, https://dreaptacredintadupasinodultalharesc.wordpress.com/
[28] Ὁ βίος καί τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Νίκωνος, http://agiamarinaalykou.blogspot.com/
[29] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ κ. ΙΕΡΟΘΕΟΣ, Θεολογικές συναντήσεις, ἐν «Ἐκκλησιαστική Παρέμβαση», τ. 89 - Ἰούνιος 2003, http://www.parembasis.gr
[30] ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΣ, Βίος καί πολιτεία τοῦ ὁσίου πατρός ἡμῶν Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, § νβ΄, P.G. 114, 524A.
[31] Οἱ ἀγῶνες τῶν μοναχῶν ὑπέρ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔκδ. Ἱερά Μονή Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος, 2003, σσ. 116-118.
[33] ΔΙΠΤΥΧΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ 2019, ἔκδ. Ἀποστολική Διακονία, σσ. 133-136.
[35] Τριώδιον, ἐκδ. «Φῶς Χ.Ε.Ε.Ν.», Ἀθήνα  2010, σ. 628.
[36] ΣΕΒ. ΜΗΤΡ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ κ. ΣΕΡΑΦΕΙΜ, Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος ἐπί τῇ Κυριακῇ τῆς Ὀρθοδοξίας 2015https://www.impantokratoros.gr
[37] ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ, Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία καί Οἰκουμενισμός, Θεσσαλονίκη 1974, σ. 224.
[38] «“Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας”. Μία Σύνοδος μέ ἔλλειμμα συνοδικότητας καί Ὀρθόδοξης αὐτοσυνειδησίας», ἔκδ. «Συνάξεως Ὀρθοδόξων Ρωμηῶν “Φώτης Κόντογλου”», Τρίκαλα, Μάρτιος 2016, σσ. 64-66.
[39] Russian Oorthodox Church Outside Russia, Αugust 1983, Synod of Vancouver : Anathema to Ecumenism : «Those who attack the Church of Christ by teaching that Christ’s Church is divided into so-called „branches” which differ in doctrine and way of life, or that the Church does not exist visibly, but will be formed in the future when all „branches” or sects or denominations, and even religions will be united into one body; and who do not distinguish the priesthood and mysteries of the Church from those of the heretics, but say that the baptism and eucharist of heretics is effectual for salvation; therefore, to those who knowingly have communion with these aforementioned heretics or who advocate, disseminate, or defend their new heresy of Ecumenism under the pretext of brotherly love or the supposed unification of separated Christians, Anathema»!, ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Τά σαθρά ἐπιχειρήματα τῶν φιλοοικουμενιστῶν, ἤτοι ἀπαντήσεις εἰς ὅσα λέγουν, διαδίδουν καί γράφουν οἱ Φιλοοικουμενισταί ἐναντίον τῶν σημερινῶν Ὁμολογητῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν, τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Καψάλα Ἁγίου Ὄρους 1995, Τ.Θ. 54 63086 Καρυαί, σσ. 17-18.