Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2019

Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ, Το ΣτΕ, οι ιεράρχες και περί ισότητας

Κύριε διευθυντά
Στην έγκριτη και πάντοτε ρηξικέλευθη εφημερίδα «Καθημερινή» της 2/3/2019 στη στήλη «ΑΠΟΨΗ» δημοσιεύθηκε κείμενο του ελλογιμωτάτου κ. Νίκου Αλιβιζάτου, ομ. καθηγητού Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Αθηνών, με το οποίο σχολιάζει την απόφαση του Γ΄ Τμήματος του ΣτΕ 2003/2018 αφορώσα στην αίτηση ακυρώσεως διοικητικής πράξεως που είχε εκδοθεί δυνάμει του Ν. 4356/2015 με τον οποίο επεξετάθη και στα λεγόμενα ομόφυλα «ζευγάρια» το σύμφωνο συμβιώσεως!!!
Επιγράφει τον σχολιασμό του ο ελλογιμώτατος και εκλεκτός κ. καθηγητής με την κρίση «Όταν το ΣτΕ νουθετεί ακραίους ιεράρχες», στους οποίους μου «περιποιεί» την ιδιαιτάτη τιμή να με συγκαταλέγει και συνεχίζει με το ερώτημα «Μπορούν οι κληρικοί και ειδικά οι μητροπολίτες να αμφισβητούν στα δικαστήρια τη συνταγματικότητα νόμων για μείζονα κοινωνικά ζητήματα όπως η ομοφυλοφιλία και το σύμφωνο συμβίωσης;». 
Μετά από έναν κατά τη γνώμη μου μετριώτατο νομικό σχολιασμό της συγκεκριμένης αποφάσεως καταλήγει στο συμπέρασμα: «Επομένως πάντοτε κατά το Συμβούλιο της Επικρατείας οι προσφεύγοντες αφού δεν βλάπτονται από τον εν λόγω νόμο δεν είχαν έννομο συμφέρον να ζητούν την κήρυξή του ως αντισυνταγματικού» και κατακλείει το άρθρο του με την αξιακή του κρίση «Σήμερα ύστερα από μια στιγμιαία παλινδρόμηση για το μάθημα των Θρησκευτικών (ΣτΕ - Ολ. 660/2018, 926/2018) το Συμβούλιο της Επικρατείας επανέρχεται στη φιλελεύθερη παράδοσή του και επιβεβαιώνει τον ρόλο του ως εγγυητή του κράτους δικαίου και φύλακα των ατομικών δικαιωμάτων».
Ο ανωτέρω σχολιασμός του ελλογιμωτάτου κ. καθηγητού γίνεται με τις διόπτρες γνωστής ιδεολογικής κατεύθυνσης, η οποία θυσιάζει την αντικειμενικότητα της κρίσεως.
Διερωτάται κανείς πώς ένας έμπειρος και καταξιωμένος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου αμφισβητεί τη συνταγματική ικανότητα των κληρικών και ιδιαίτερα των μητροπολιτών να προσφεύγουν κατά της αντισυνταγματικότητας νόμων ενώπιον της εννόμου τάξεως;
Με τον τρόπο αυτό αμφισβητεί ευθέως τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη ισότητα όλων των Ελλήνων πολιτών, ανεξαρτήτως θρησκευτικής ταυτότητος ή ιδιότητος και το έννομο δικαίωμα τους να προσφεύγουν στην έννομη τάξη για την υπεράσπιση του Συντάγματος όπως προβλέπουν τα άρθρα 4 και 120, κατά την άποψή τους. Βεβαίως η δικανική κρίση της σχολιαζομένης αποφάσεως ότι τάχα δεν είχαν έννομο συμφέρον οι προσφεύγοντες κληρικοί, μεταξύ των οποίων και ο γράφων, είναι προδήλως εσφαλμένη διότι ενώπιον της κρίσεως του ΣτΕ προσφύγαμε ως πολίτες υπερασπιζόμενοι την ανθρώπινη οντολογία και φυσιολογία, εναντιούμενοι στη στρέβλωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην παράχρηση των ανθρωπίνων σωματικών οργάνων, διότι η ομοφυλοφιλία δεν συνάπτεται με την ανθρώπινη φύση, αλλά αποτελεί τραγική ψυχοπαθολογική εκτροπή που αποτελεί ύβριν κατά του δημιουργού και της ανθρώπινης προσωπικότητος η θεσμοθέτησή της και επισύρει νομοτελειακώς ψυχοσωματικές ασθένειες. Αυτό που διαφεύγει της κρίσεως του κ. καθηγητού και δυστυχώς και της σχολιαζομένης αποφάσεως του ΣτΕ είναι ότι δεν υπάρχει ανθρώπινο δικαίωμα που δεν συνδέεται άρρηκτα με την οντολογία της ανθρώπινης φύσεως. Εκφεύγει ωσαύτως της κρίσεως του κ. καθηγητού ότι οι αποφάσεις της Ολομελείας του ΣτΕ 660/2018 και 926/2018 που αφορούν στο μάθημα των Θρησκευτικών εξεδόθησαν επί τη βάσει της καταστρατηγήσεως από τις ακυρωθείσες αποφάσεις του υπουργείου Παιδείας της συνταγματικής αρχής της ισότητος, διότι στη χώρα οι μουσουλμάνοι, Εβραίοι και Ρωμαιοκαθολικοί Έλληνες μαθητές διδάσκονται ομολογιακά το μάθημα της θρησκευτικής τους παραδοχής, ενώ οι ορθόδοξοι μαθητές ως άθρησκοι κατά τη μέθοδο του θρησκευτικού Γραμματισμού και με πρόδηλη παραβίαση της ΕΣΔΑ.
Τέλος, η αναφορά του κ. καθηγητού στη συμμετοχή μου ως μάρτυρος υπερασπίσεως στην, καταδήλως για λόγους δήθεν πολιτικής ορθότητος, δίκη, κατά του Σεβ. Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβροσίου, διαστρεβλώνει πλήρως την κατάθεση μου, την οποία και δεν παρηκολούθησε, διότι κατ' αυτήν επεκαλέσθην ως νομικός, την έλλειψη της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του αδικήματος της προκλήσεως ρατσιστικής βίας του αρ. 1 του Ν. 4285/2014 στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι ο νόμος ορίζει ότι η πρόκληση και διέγερση για να στοιχειοθετείται το αδίκημα, πρέπει να γίνεται «κατά τρόπο που εκθέτει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή ενέχει απειλή για τη ζωή, την ελευθερία ή τη σωματική ακεραιότητα». Το επίδικο κείμενο του κατηγορηθέντος για λόγους δήθεν πολιτικής ορθότητος επαναλαμβάνω, Σεβ. Μητροπολίτου Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβροσίου, ο οποίος πρωτοδίκως είχε αθωωθεί, δεν στοιχειοθετεί το αδίκημα εκτός αν κάποιος μπορεί να ισχυρισθεί ότι διά του πτυέλου ή της λεκτικής καταφρονήσεως, συμπεριφορές που ασφαλώς δεν επιδοκιμάζω, διακινδυνεύει n δημόσια τάξη ή n ζωή. Στη συγκεκριμένη δίκη δεν εξητάζετο η ηθική ή η κοινωνική διάσταση των φράσεων του Σεβασμιωτάτου κ. Αμβροσίου, αλλά η ποινική και μόνον αξιολόγησής των και εάν δι' αυτών στοιχειοθετείτο η αντικειμενική και υποκειμενική υπόστασις του αδικήματος. Δυστυχώς αυτά εκφεύγουν του σχολιασμού του ελλογιμωτάτου κ. καθηγητού και δεν θέλω να πιστεύω εξ αγνοίας.
Μητροπολίτης Πειραιώς ΣΕΡΑΦΕΙΜ
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 8/3/2019