Τρίτη, 5 Μαρτίου 2019

Το Ουκρανικό Αυτοκέφαλο και η επιχειρηματολογία του δικηγόρου κ.Α. Βαβούσκου

Toῦ Βασίλειου Εὐσταθίου
Δρ. Φυσικοῦ, πτ. Θεολογίας (Τμ.Κοιν.Θ.ΕΚΠΑ)
1) Ἡ δύσκολη καὶ σύνθετη προβληματικὴ τοῦ Οὐκρανικοῦ ζητήματος.
Ὁ ἔγκριτος δικηγόρος κ. Ἀναστάσιος Βαβούσκος σὲ μιὰ σειρὰ ἄρθρων του ὑπερασπίζεται τὶς θέσεις καὶ κινήσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου στὸ θέμα τῆς Αὐτοκεφαλίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας. Βεβαίως οἱ δικαιοδοσίες καὶ οἱ ἱεροὶ κανόνες κατέχουν ἕναν πρωταρχικό ρόλο στὴν προσέγγιση καὶ στὴν ἐξέλιξη τοῦ θέματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖο ὀφείλει νὰ ἐξετάζεται καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν πλευρά, ὡστόσο ἀποτελεῖ ἐπικίνδυνη ἀτραπὸ νὰ προσπαθεῖ κάποιος νὰ βρεῖ τοὺς πρώτους αἴτιους καὶ λόγους τοῦ προβλήματος ὡς ἔχει σήμερα καὶ νὰ προσπαθεῖ νὰ τὸ λύσει αὐτό, χωρὶς νὰ λαμβάνει ὑπόψιν του κάποιες ἀκόμα ἐπίσης οὐσιαστικὲς σχετικὲς συνιστῶσες καὶ παραμέτρους στὴν συγκεκριμένη, ἰδιαιτέρως πολύπλοκη καὶ ἐπιβεβαρυμμένη, περίπτωση. Τέτοιες φρονοῦμε ὅτι εἶναι:
α) Ἡ ἰδιαίτερη σημασία τοῦ Κιέβου γιὰ τὸ Ρωσικὸ λαὸ καὶ ἡ  βαθιὰ σύνδεση μαζὶ τοῦ λόγω τοῦ ὅτι ἐκεῖ βρίσκονται οἱ ἱστορικὲς ρίζες τοῦ ἐκχριστιανισμοῦ του.
β) Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μεγάλη πλειοψηφία τοῦ Οὐκρανικοῦ λαοῦ νιώθει στενὰ συγγενῆς μὲ τὸν ὁμόφυλο ἀδελφὸ του Ρωσικὸ λαὸ, ἐπιλέγοντας νὰ ἀνήκει στὴν τοπικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας μὲ ἐπικεφαλὴ τὸν Μητροπολίτη Ὀνούφριου, ἀκόμα καὶ ἄν αὐτὸ συνεπάγεται διώξεις ἐναντίων του, ὅπως μάλιστα συμβαῖνει καὶ στὶς ἡμέρες μας.
γ) Τὸ ὅτι αὐτὴ ἡ τοπικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἀναγνωρισμένη ἀπὸ ὅλες τὶς τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἔως τὴν ἐκλογὴ νέου προκαθημένου στὶς 15 Δεκεμβρίου 2018, βρίσκεται ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἀπὸ τὸ 1686, δηλαδὴ ἐπὶ 333 συναπτὰ ἔτη.
δ) Τὸ ὅτι τὴν χορήγηση αὐτοκεφαλίας δὲν αἰτήθηκε αὐτὴ ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία, ἀλλὰ οἱ δύο κατὰ πολὺ μικρότερες σχισματικὲς ὁμάδες – ἡ μία καθαιρεμένων καὶ ἀναθεματισμένων ἀπὸ τὸ Πατριαρχείο Μόσχας ἀρχιερέων, ἔχοντας ἀναγνωριστεῖ αὐτὴ ἡ τέλεια συνοδικὴ πράξη τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας ἀπὸ ὅλες τὶς τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες, συμπεριλαμβανομένου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἔως τὴν ἀποδοχὴ ἀπὸ αὐτὸ τοῦ ἐκκλήτου τους στὶς 11 Ὀκτωβρίου 2018, σχεδὸν τρεῖς δεκαετίες μετὰ ἀπὸ τότε, καὶ ἡ ἄλλη ὁμάδα παντελῶς ἀχειροτόνητων κανονικὰ ἀρχιερέων, ποὺ στὴν καλύτερη περίπτωση ἀντλοῦν τὴν χειροτονία τους στὸ παρελθὸν ἀπὸ ἁπλοὺς σχισματικοὺς ἱερεῖς!
ε) Τὸ ὅτι στὴν ὅλη διαδικασία τῆς χορήγησης τῆς Αὐτοκεφαλίας, στὴν Ἑνωτικὴ Σύνοδο, στὴν ἀπόδοση τοῦ Τόμου καὶ στὴν ἐνθρόνιση, δὲν συμμετείχε παντελῶς ἡ τοπικὴ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας, ἀλλὰ ἀπεῖχε σύσσωμη, ἐκτὸς ἀπὸ δύο Μητροπολίτες μόνους τους, χωρὶς ποίμνιο, καὶ ἡ χορήγηση τῆς Ἀυτοκεφαλίας κατάφερε μόνο νὰ φέρει κοντὰ τὶς σχισματικὲς ὁμάδες (ὄχι χωρὶς καὶ μεταξὺ αὐτῶν σοβαρὰ προβλήματα καὶ διενέξεις), μὲ τὸ χάσμα μάλλον νὰ ὀξύνεται συνεχῶς παρὰ νὰ ἀμβλύνεται μεταξὺ τῆς προϋπάρχουσας κανονικῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ξέχωρης νέας, ἡ ὁποία δημιουργήθηκε μὲ τὴν συνένωση τῶν δύο σχισματικῶν ὁμάδων, ἰδιαίτερα μάλιστα μετὰ τὴν τελευταία αὐξανόμενη ἄσκηση βίας καὶ τῶν διώξεων ἐναντίον τῆς πρώτης.
στ) Οἱ σχισματικὲς ὁμάδες δὲν ἐπέδειξαν κανένα ἴχνος μετάνοιας, οὔτε κὰν στὰ λόγια, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ βασικὴ προϋπόθεση τῆς ὁποιαδήποτε ἐνέργειας ἐπιστροφῆς ἀφορισμένων καὶ καθαιρεμένων στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας, καθῶς ἄνευ μετάνοιας τέτοια ἐπιστροφή, οὔτε νόημα ἔχει, καθῶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιφέρει καρποὺς σωτηρίας, ἐνῶ μπορεῖ ταυτόχρονα νὰ καταστεῖ καὶ πρόξενος προβλημάτων καὶ σύγχυσης ἐντὸς αὐτῆς (ἀποκορύφωμα τῆς ἀμετανοησίας τῶν σχισματικῶν  στὴν Ουκρανία εἶναι: α. ἡ διατήρηση τοῦ τίτλου τοῦ Πατριάρχη ὡς ἐπίτιμου ἀπὸ τὸν ἕνα σχισματικὸ πρώην Προκαθήμενο, β. ἡ ἀπόδοση τιμῆς στοὺς ἰδρυτὲς τῆς σχισματικῆς παράταξης τῶν ‘ἀχειροτόνητων’ ὡς ἀρχιερέων, χωρὶς οὔτε οἱ ἴδιοι νὰ ἔχουν λάβει ποτὲ κανονικὴ χειροτονία σὲ ἀρχιερέα, ἀλλὰ οὔτε καὶ νὰ ἔχουν λάβει χειροτονία ἀπὸ ἄλλον σχισματικό, ποὺ κάποτε χειροτονήθηκε κανονικὰ ἀρχιερέας (βλ. βίο Vasyl Lypkivsky, τοῦ ὁποίου τὰ ἀποκαλυπτήρια μνημείου πρὸς τιμὴν του ὡς «Μητροπολίτου Κιέβου» τέλεσε ὁ νέος Προκαθήμενος), ὅπως καὶ γ. ἡ ἀπρόσκοπτη ἔκφραση τοῦ πόθου τοῦ νέου Προκαθήμενου νὰ ἀνυψωθοῦν ὡς τοπικὴ Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας σύντομα στὴν Πατριαρχικὴ Ἀξία, ἀλλὰ καὶ δ. ἡ ἐπανειλημμένα ἐκπεφρασμένη προσκόλλησή του στὰ δυτικὰ πρότυπα, ποὺ εἶναι ἀλλοτριωμένα καὶ ἄμοιρα τῆς Ὀρθόδοξης Παράδοσής μας, μὲ ταυτόχρονη ἀποστροφή του γιὰ καθετὶ προερχόμενο ἀπὸ τὴν ὁμόδοξη καὶ ὁμόφυλη Ρωσία).
ζ) Οἱ ἀρχιερεῖς τῆς σχισματικῆς ὁμάδας τῶν ἀχειροτόνητων «ἐπανήλθαν» στὴν κανονικότητα, χωρὶς οὔτε κὰν νὰ ἔχουν λάβει χειροτονίες ποὺ προέρχονται ἀπὸ ἄλλους κάποτε στὸ παρελθὸν κανονικὰ χειροτονημένους ἀρχιερεῖς.
2) Ἡ ἀνάγκαία αἴτηση γιὰ τὴν Αὐτοκεφαλία. 
Ὁ κ. Ἀ. Βαβούσκος λοιπὸν χωρὶς νὰ λαμβάνει ὑπόψιν του ὅλα τὰ παραπάνω, βασιζόμενος σὲ μιὰ μονομερή, ἐλλειμματικῆς συνοχῆς, ἀσθενικὴ προσέγγιση τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, προσπαθεῖ στὰ ἄρθρα του, νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴν χορήγηση τῆς Αὐτοκεφαλίας στὴν Οὐκρανία μὲ τὸν τρόπο που ἔγινε. Ἔτσι στὸ ἄρθρο του «Τὸ Ζήτημα τῆς Παραχωρήσεως Αὐτοκεφάλου Καθεστώτος στὴν Τοπικὴ Εκκλησία τῆς Οὐκρανίας», ὅπως καὶ ἐπίσης στὸ  «Ὁ Ἀποκλειστικὸς Χαρακτήρας τοῦ Δικαιώματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου περὶ Παραχωρήσεως Αὐτοκεφάλου» βασιζόμενος στοὺς ἱ.κ. 12ο τῆς Δ’ καὶ 38ο τῆς Πενθέκτης, καὶ στὸ ἔθιμο τοῦ τρόπου χορήγησης τοῦ Αὐτοκεφάλου, καταλήγει ὅτι «η διαδικασία για παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος κινείται: α) είτε κατόπιν αιτήσεως από την τοπική Εκκλησία, η οποία επιθυμεί την παροχή αυτοκεφάλου καθεστώτος, β) είτε κατόπιν αιτήσεως από την Πολιτική Αρχή, εντός των γεωγραφικών ορίων της οποίας υπάρχει η αιτούσα το αυτοκέφαλο καθεστώς τοπική Εκκλησία…». Καὶ ἄρα ἀφοῦ ἔγινε αἴτηση στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο στὴν περίπτωση τῆς Οὐκρανίας, ἐπομένως δικαίως χορηγήθηκε ἡ Αὐτοκεφαλία. Τὸ πρόβλημα ὅμως στὴν συγκεκριμένη περίπτωση εἶναι ὅτι ἡ αἴτηση δὲν ἔγινε ἀπὸ τὴν κανονικὴ τοπικὴ ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτη Ὀνούφριου, στὴν ὁποία ἀνήκει καὶ ἡ πλειοψηφία τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς σχισματικὲς ὁμάδες σὲ συνεργασία μὲ τὴν Πολιτεία. Καὶ βέβαια στὴ θέση ὅτι κατὰ τὸ ἔθιμο ἡ αἴτηση μπορεῖ νὰ γίνει ἀπὸ τὴν «Πολιτική Αρχή, εντός των γεωγραφικών ορίων της οποίας υπάρχει η αιτούσα το αυτοκέφαλο καθεστώς τοπική Εκκλησία», ἐννοεῖται ὡς αἰτοῦσα τὸ αὐτοκέφαλο καθεστῶς τοπικὴ Ἐκκλησία ἡ κανονικὴ τοπικὴ Ἐκκλησία, καὶ ὄχι οἱ ὅποιες σχισματικὲς ὁμάδες ἐκεῖ. Παρακάτω τὸ ἄρθρο ἀναφέρει καὶ ὅτι δὲν «αποκλείεται και η αυτεπάγγελτη κίνηση της σχετικής διαδικασίας από το αρμόδιο θεσμικό όργανο της Εκκλησίας». Τώρα τὶ ἄλλο θέλει νὰ πεῖ ἐδῶ ὁ γράφων, καὶ ἀπὸ ποὺ ἀκριβῶς τὸ συνάγει ἀπὸ τὸ ἔθιμο, δηλαδὴ ἀπὸ ἄλλες τέτοιες ἀντίστοιχες περιπτώσεις στὸ παρελθὀν, εἶναι δύσκολο νὰ συναχθεῖ, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ ἐννοεῖ ὡς τέτοια περίπτωση, τὴν περίπτωση τῶν «Νέων Χωρῶν» στὴν Ἑλλάδα. Ὅμως οἱ «Νέες Χῶρες» δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὸ Αὐτοκέφαλο τῆς Οὐκρανίας, γιατὶ οὔτε βρίσκονταν σὲ ἄλλη δικαιοδοσία, οὔτε ὡς σήμερα ἔχουν περιέλθει κανονικὰ στὴν Αὐτοκέφαλη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδας. Παρακάτω καταλήγει τὸ πρῶτο ἄρθρο: «Περαιτέρω, η αρμοδιότητα για την έκδοση της Πράξεως περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος ανήκει σαφώς στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και στα θεσμικά αυτού όργανα». Ὡστόσο γιὰ τὴν χορήγηση τῆς Αὐτοκεφαλίας θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει πρῶτα ἀπὸ ὅλα αἴτηση ἀπὸ τὴν κανονικὴ τοπικὴ Ἐκκλησία, ἡ ὁποία ὄχι μόνο δὲν ὑπάρχει, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ἀλλὰ ἀντίθετα ὑπήρξε καὶ ὑπάρχει κάθετη διαφωνία στὸ ζήτημα τῆς Αὐτοκεφαλίας ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία αὐτήν. Ἐκτὸς αὐτοῦ, στὸ ἄρθρο παρασιωπεῖται ὁ ρόλος τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος στὸ θέμα μας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀγνοηθεῖ.
3) Ἡ σημασία τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας.
Στὸ ἄρθρο του «Τελοῦν ὑπὸ Ἒγκριση οἱ Πράξεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου περὶ Παραχωρήσεως Αὐτοκεφάλου Καθεστῶτος;» ὁ κ. Ἀ.Βαβούσκος, ἀφοῦ ἐπαναλαμβάνει τὰ παραπάνω, γράφει: «συστατικά στοιχεία της διαδικασίας (δηλαδὴ τῆς χορήγησης αὐτοκεφαλίας), η οποία συνιστά έθιμο, είναι: 1. Η υποβολή αιτήματος προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο, 2. Οι αιτούντες, οι οποίοι είναι:… (βλ. παραπάνω). 3. Η έκδοση του Τόμου παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου». Εἶναι ἀξιοσημείωτο τὸ ὅτι, ἐνῶ τὸ ἄρθρο ἀναφέρεται στὰ συστατικὰ τῆς διαδικασίας κατὰ τὸ ἔθιμο, δὲν γράφει τίποτα γιὰ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία, ὅταν οἱ πολύχρονες πανορθόδοξες προσυνοδικὲς συζητήσεις γιὰ τὴν χορήγηση τοῦ Αὐτοκεφάλου, ἔστω καὶ ἄν τὸ θέμα δὲν κατέληξε στὴν Σύνοδο τῆς Κρήτης λόγω ἀσυμφωνίας στὸ τρόπο ὑπογραφῆς, συνέκλιναν στὸ ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχει καὶ ἡ συγκατάθεση τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας καὶ νὰ ὑπογράφεται ὁ Τόμος, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τουλάχιστον καὶ ἀπὸ αὐτήν (μὲ κάποιες τοπικὲς Ἐκκλησίες νὰ μὴν συμφωνοῦσαν, ἐπιμένοντας νὰ ὑπογράφουν καὶ ὅλες οἱ ὑπόλοιπες τοπικὲς Ἐκκλησίες). Ἔτσι τὸ «Τούτο σημαίνει, ότι η διαδικασία αυτή είναι ‘κανονικώς’ κατοχυρωμένη στο σύνολό της και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση», ποὺ συναντᾶμε παρακάτω στὸ ἄρθρο, ἐπ’ οὐδενὶ ἰσχύει, πολὺ περισσότερο στὴν ἰδιαίτερα σύνθετη καὶ σοβαρὴ περίπτωση τῆς Οὐκρανίας. Μετὰ ἀπὸ 330 χρόνια ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας εἶναι δυνατὸν, ἔτσι ἁπλὰ νὰ παρουσιάζεται ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ὡς ὑπαγόμενη στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ αὐτὸ νὰ θεωρεῖται ὡς Μητέρα Ἐκκλησία αὐτῆς; Ὁ κ. Ἀ.Βαβούσκος γράφει στὸ ἴδιο ἄρθρο καὶ ἀλλοῦ ὅτι καταστάσεις ὑπάρχουσες ἐπὶ μακρὸν καὶ κατ’ ὁμοιόμορφο τρόπο χαρακτηρίζονται ὡς ἔθιμο καὶ κατέχουν ἰσχὺ κανόνα δικαίου, δηλαδὴ ἱεροῦ κανόνα (περὶ αὐτοῦ ἀναφέρει ὁ 87ος ἱ.κ.  Μ. Βασιλείου: «Πρῶτον μέν οὖν, ὃ μέγιστον ἐπί τῶν τοιούτων ἐστί, τό παρ᾿ ἡμῖν ἔθος, ὅ ἔχομεν προβάλλειν, νόμου δύναμιν ἔχον, διά τό ὑφ᾿ ἁγίων ἀνδρῶν τούς θεσμούς ἡμῖν παραδοθῆναι· τοῦτο δέ τοιοῦτόν ἐστιν»), εἶτε μετατραπεῖ σὲ κανονικὴ διάταξη (βλέπε παρακάτω περίπτωση Πρεσβυγενῶν Πατριαρχείων), εἶτε συνιστὰ ἀπόρροια τῆς ἐφαρμογῆς ἱερῶν κανόνων. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ καταργεῖται τὸ ἔθιμο, ποὺ δημιουργήθηκε στὴν μακρόχρονη περίοδο τῶν 330 ἐτῶν, μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας νὰ ἔχει ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία του ὡς Μητέρα Ἐκκλησία τὴν τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας, ὅπως ὅλοι ἀνέκαθεν γνώριζαν καὶ ἀναγνώριζαν μέχρι πρὶν λίγους μήνες, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου (βλέπε καὶ ἐπιστολὴ του στὶς 26 Αὐγούστου 1992, ὅπου γράφει πρὸς τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας γιὰ τὴν ἀπόφασή τοῦ δεύτερου τῆς καθαίρεσης τοῦ πρώην Μητροπολίτη Κιέβου Φιλάρετου: «ἀναγνωρίζουσα εἰς τό ἀκέραιον τήν ἐπί τοῦ θέματος ἀποκλειστικήν ἀρμοδιότητα τῆς ὑφ Ὑμᾶς Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ρωσίας»…!); Πῶς μπορεῖ μετὰ ἀπὸ 330 χρόνια ποὺ εἶναι ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας ὑπὸ τὴν δικαιοδοσία τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας νὰ χορηγεῖται Αὐτοκεφαλία στὴν Οὐκρανία χωρὶς νὰ ὑπολογίζεται καθόλου, ἀλλὰ νὰ ἀγνοεῖται πλήρως τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, μὲ ἀπόφαση ὄχι κάποιας Πανορθόδοξης Συνόδου, ἀλλὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ μόνο; Μπορεῖ νὰ ὑπάρχει καμιὰ πιθανότητα νὰ  ἀπορρέουν ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνες καὶ νὰ ἐρείδονται σὲ αὐτοὺς, κινούμενες μέσα στὸ ἐκκλησιολογικὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς πνεῦμα ἀληθινῆς ἀγάπης καὶ ἐνότητας, τέτοιες ἐξελίξεις;
4) Οἰκουμενικοὶ Σύνοδοι ἤ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο;
Παρακάτω στὸ ἴδιο ἄρθρο ὁ γράφων κάνει ἕναν πολὺ ἐνδιαφέρον συλλογισμό: «Η δε επίκληση των κανόνων της Α΄ Οικουμενικής (6ος και 7ος) περί των θρόνων Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, της Β΄ Οικουμενικής (3ος) περί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και της Γ΄ Οικουμενικής (8ος) ως επιχείρημα για την θεμελίωση της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Οικουμενικής συνόδου να παραχωρεί αυτοκέφαλο καθεστώς, λανθάνει ως προς τα εξής: … Με βάση, λοιπόν, τα προεκτεθέντα, οι τρεις αυτές Οικουμενικές σύνοδοι δεν δημιούργησαν το πρώτον τον θεσμό του αυτοκεφάλου καθεστώτος, ασκώντας πρωτογενή εξουσία. Αναγνώρισαν ήδη προϋφιστάμενες καταστάσεις, οι οποίες υπάρχουσες επί μακρόν και κατ’ ομοιόμορφο τρόπο, χαρακτηρίσθηκαν από τις τρεις Οικουμενικές συνόδους ως έθιμα, και για το λόγο αυτό επαναβεβαιώθηκαν ως προς την ισχύ και το κύρος τους με τις αντίστοιχες κανονικές διατάξεις. Συνεπώς, ο ισχυρισμός, ότι οι αποφάσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου περί παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος είναι ημιτελείς και θα πρέπει να τύχουν της επικυρώσεως από Οικουμενική σύνοδο, ελέγχεται για την κανονική βασιμότητά του.». Ἐδῶ ὑπάρχει ὁ παράδοξος ἰσχυρισμὸς ὅτι, ἐνῶ μὲν οἱ «Οικουμενικές σύνοδοι δεν δημιούργησαν το πρώτον τον θεσμό του αυτοκεφάλου καθεστώτος», ἀλλὰ «Αναγνώρισαν ήδη προϋφιστάμενες καταστάσεις», ὠστόσο ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, τὸ ὁποῖο τὰ πρεσβεία τιμῆς ἔλαβε στὴν δεύτερη Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ ὡς τότε δὲν εἶχε αὐτά, μπορεῖ μόνο του νὰ λαμβάνει αποφάσεις περί παραχωρήσεως αὐτοκεφάλου καθεστώτος πλήρεις καὶ τέλειες, χωρὶς ἀνάγκη επικυρώσεώς τους ἀπὸ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο! Καὶ μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἔρχεται τὸ ἄρθρο στὸ διὰ ταῦτα, ποὺ εἶναι τὸ ἐξῆς: «Εν κατακλείδι, όλες οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες οφείλουν εντός ευλόγου χρόνου να αποστείλουν σχετική επιστολή προς τον Προκαθήμενο της νέας Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ουκρανίας. Η επιστολή αυτή δεν έχει συστατικό χαρακτήρα ως προς την υπόσταση της νέας Εκκλησίας, ούτε συνιστά έγκριση – δηλαδή εκ των υστέρων συμφωνία – των ενεργειών του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είναι επιστολή, η οποία εντάσσεται στην επιστολογραφία «χάριν φιλοφρονήσεως» και δεν επιφέρει κανένα «κανονικό» αποτέλεσμα. Για τον λόγο αυτόν και η επιστολή, την οποία απηύθυνε ο Παναγιώτατος προς τους Προκαθημένους των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, προσκαλώντας αυτούς να αναγνωρίσουν την νέα Εκκλησία, δεν σημαίνει αποδοχή της απόψεως, ότι ο εκδοθείς Τόμος της 11ης Ιανουρίου 2019 τελεί υπό την αίρεση της εγκρίσεως του από τις λοιπές Αυτοκέφαλες Εκκλησίες, αλλά συνιστά επιστολή εθιμοτυπικού χαρακτήρα περί ανακοινώσεως της εκδόσεως του Τόμου περί αυτοκεφάλου της νέας Εκκλησίας.». Τὰ λόγια εἶναι περιττά: οἱ λοιπὲς τοπικὲς Ἐκκλησίες δὲν ἔχουν λόγο στὴ χορήγηση τοῦ Αὐτοκεφάλου, δὲν χρειάζεται ἡ συναίνεσή κανενός ἄλλου ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, οὔτε κὰν τῆς Μητέρας Ἐκκλησίας… Ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινούπολης  εἶναι ὁ Πρῶτος!
5) Περὶ τῆς καθαίρεσης τῶν σχισματικῶν, τοῦ ἐκκλήτου καὶ τοῦ ‘ἔξαρχου τῆς διοικήσεως’. 
Στὸ ἄρθρο του «Κανονική προσέγγιση των αποφάσεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου σε σχέση με το έκκλητο», ὁ κ. Ἀ.Βαβούσκος μετὰ ἀπὸ ὁλιγοσέλιδη ἀνάλυση καταλήγει πολὺ ὀρθὰ στὸ συμπέρασμα: «Συμπερασματικώς, και συμφώνως προς την αρχή της κανονικής δικαιοδοσίας, ορθώς η Ιερά Σύνοδος του Πατριαρχείου Μόσχας έκρινε και καταδίκασε τον Φιλάρετο Ντενισένκο στην ποινή της καθαιρέσεως, αφού ήταν αποκλειστικώς αρμόδια να κρίνει το παράπτωμα του συγκεκριμένου κληρικού, διότι: 1. ο τελέσας το παράπτωμα χειροτονήθηκε από επισκόπους της Ρωσικής Εκκλησίας και άρα υπήγετο στην κανονική δικαιοδοσία των εκκλησιαστικών δικαστηρίων αυτής και 2. η εκκλησιαστική δικαιοσύνη της Εκκλησίας της Ρωσίας επελήφθη πρώτη της υποθέσεως, αποκρυσταλλώνοντας υπέρ αυτής την αρμοδιότητα κρίσεως. Ορθώς, επίσης, για τους παραπάνω λόγους, ο Οικουμενικός Πατριάρχης με την προαναφερθείσα επιστολή αναγνώρισε – και μάλιστα στο ακέραιο – την αποκλειστική αρμοδιότητα της Ρωσικής Εκκλησίας, να κρίνει το παράπτωμα του Φιλάρετου Ντενισένκο. Και τούτο, διότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης διά της επιστολής αυτής δεν κάνει τίποτε άλλο από το να επιβεβαιώνει την από μέρους του τήρηση των ιερών κανόνων.»
Παρόλα αὐτὰ παρακάτω στὸ ἄρθρο, ὁ γράφων ἀναφερόμενος στοὺς ἱεροὺς κανόνες γιὰ τὶς ποινὲς καὶ τὸ ἔκκλητο, καταλήγει στὴν δικαίωση τῆς ἐπαναφορὰς στὴν κανονικότητα τῶν σχισματικῶν ὑπὸ τοῦ Φιλάρετου (κανένας λόγος ὡστόσο δὲν γίνεται γιὰ τοὺς σχισματικοὺς ὑπὸ τοῦ Μακάριου, ποὺ δὲν εἶναι κανονικὰ χειροτονημένοι καὶ καθηρημένοι, ἀλλὰ οὔτε κὰν ἀντλοῦν τὶς χειροτονίες τους ἀπὸ ἄλλους κάποτε στὸ παρελθὸν κανονικὰ χειροτονημένους ἀρχιερεῖς!). Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ, ἀφοῦ πρώτα ἀναφέρει ὅτι δὲν προσβάλλονται μὲ ἔκκλητο « οι οριστικές αποφάσεις, οι οποίες καθίστανται τέτοιες λόγω επιγενόμενης συμπεριφοράς του καταδικασθέντος. Ως τέτοια συμπεριφορά νοείται η παραβίαση της αποφάσεως από τον καταδικασθέντα (βλ. 4ο της Αντιοχείας)…» (ἐδῶ δὲν κατατάσσεται καὶ ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Φιλάρετου ποὺ ἀναθεμάτισε τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας καὶ ἀνασύστασε δική του Ἐκκλησία καὶ μάλιστα τὴν ἀναβίβασε σὲ Πατριαρχεῖο;), ὅπως ἐπίσης δὲν προσβάλλονται μὲ ἔκκλητο καὶ «οι οριστικές αποφάσεις, που εκδίδονται από όργανο, του οποίου η θέση στην κλίμακα της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης δεν επιτρέπει το εκκλητό τους… (ὅπως) από την Πατριαρχική σύνοδο» (τέτοια Σύνοδος δὲν εἶναι καὶ ἡ τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας; Ἐκτὸς ἄν ἐννοεῖ ἐδῶ μόνο τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὡστόσο οἱ σχετικοὶ ἱεροὶ κανόνες 9ος καὶ 17ος τῆς Δ΄ ἀναφέρονται στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη ἤ στὸν ἔξαρχο τῆς διοικήσεως, δηλαδὴ σὲ ὀποιοδήποτε ἄλλον Πατριάρχη: «Εἰ δὲ πρὸς τὸν τῆς αὐτῆς ἐπαρχίας μητροπολίτην, ἐπίσκοπος ἤ κληρικὸς ἀμφισβητοίη, καταλαμβανέτω τὸν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ἢ τὸν τῆς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, καὶ ἐπ’ αὐτῷ δικαζέσθω». Γίνεται ἐδῶ σαφὲς πὼς ἠ ἀπόφαση τοῦ ὁποιουδήποτε Πατριάρχη, ὅπως καὶ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχη, εἶναι ὁριστική, καὶ δὲν προσβάλλεται μὲ ἔκκλητο σὲ ἄλλο Πατριαρχεῖο).
Ὁ κ. Ἀ.Βαβούσκος λοιπὸν στὴν συνέχεια ἀναφερόμενος στὸ ἔνδικο μέσο τοῦ β’ ἐκκλήτου, ἐξηγεῖ γιὰ τοὺς ἱεροὺς κανόνες 9ος καὶ 17ος τῆς Δ΄ τὰ ἐξῆς: «Αμφότεροι οι κανόνες, οι οποίοι είναι σχεδόν πανομοιότυποι, απασχόλησαν ιδιαιτέρως του ερμηνευτές, με κύριο αντικείμενο έρευνας την έννοια του όρου ‘Έξαρχος’. Ο προσδιορισμός του εννοιολογικού περιεχομένου του όρου αυτού είναι απαραίτητος, προκειμένου να προσδιορισθεί και το εύρος της δικαστικής εξουσίας του Οικουμενικού Πατριάρχη και όχι να αμφισβητηθεί αυτή η ίδια η δικαστική εξουσία του. Εφόσον, ως Έξαρχοι εννοηθούν οι Προκαθήμενοι των Εκκλησιών, οι οποίες αναβιβάσθηκαν αργότερα σε Πατριαρχεία, τότε ο Θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως αναγνωρίζεται πλέον διά των ανωτέρω κανόνων ως ο ανώτατος κριτής, έχων αρμοδιότητα να κρίνει και κληρικούς, που δεν υπάγονται στην κανονική του δικαιοδοσία αλλά σ΄ αυτήν των υπολοίπων Θρόνων». Αὐτὸ τὸ συμπέρασμα πῶς συνάγεται καὶ σὲ ποιὰ λογικὴ στηρίζεται; Οἱ ἱεροὶ κανόνες γράφουν ξεκάθαρα μὲ διαζευκτικὀ «ἤ»: «τὸν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ἢ τὸν τῆς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον», ποὺ δὲν δείχνει κανέναν ἀνώτατον κριτὴ μὲ ὑπερεκκλησιαστικὴ ἐξουσία, ἀλλὰ σημαίνει τὴν δυνατότητα ἐπιλογῆς μεταξὺ ἰσότιμης ἐκκλήτου προσφυγῆς πρὸς «τὸν ἔξαρχον τῆς διοικήσεως, ἢ τὸν τῆς βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον», ὅπου «ἔξαρχος τῆς διοικήσεως» μπορεῖ νὰ εἶναι ὅντως (ὅπως καὶ στὸ ἄρθρο παραπάνω ἀναφέρεται) ὁ οἰκεῖος Πατριάρχης.
Καὶ γράφει παρακάτω ὁ κ. Ἀ.Βαβούσκος ὅτι «Την άποψη αυτή εκφράζει ο Α. Αριστηνός στο σχόλιό του υπό τον 9ο κανόνα (βλ. σε Σύνταγμα, ΙΙ, 240), συντάσσεται δε και ο Σάρδεων Μάξιμος (βλ. Μαξίμου Μητρ. Σάρδεων, Τό Οἰκουμενικόν Πατριαρχεῖον ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Θεολογίᾳ, ἐκδ. Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσ. 1973, 173 – 174)». Σὲ ποιὰ ἄποψη ὅμως ἀναφέρεται ἐδῶ; Στὸ ὅτι ὡς ἔξαρχοι ἐννοοῦνται «οἱ Προκαθήμενοι τῶν Ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες ἀναβιβάσθηκαν ἀργότερα σὲ Πατριαρχεία» ἤ στὸ ὅτι «ὁ Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀναγνωρίζεται πλέον διὰ τῶν ἀνωτέρω κανόνων ὡς ὁ ἀνώτατος κριτής»; Ἄν ἐννοεῖ τὸ πρῶτο, μάλιστα. Ἐδῶ, σχετικὰ μὲ τὸ ὅτι οἱ ἀποφάσεις τῶν Πατριαρχικῶν Συνόδων δὲν προσβάλλονται μὲ ἔκκλητο, ὁ Βαλσαμὼν αναφέρει: «Αἱ ψήφοι τῶν Πατριαρχών ἐκκλήτω οὐχ υπόκεινται», Ν ΡΚΓ΄, κβ, Β.Γ.α.λη, «ὁ μακαριώτατος πατριάρχης ἐκείνης τῆς διοικήσεως μεταξὺ αὐτῶν ἀκροάσθω, κακείνα ὁριζέτω ἄτινα τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς κανόσι, καὶ τοῖς νόμοις συνάδει, οὐδενὸς μέρους κατὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ ἀντιλέγειν δυναμένου», καὶ στὴν «Ἐπαναγωγή» ΙΑ΄,6 (J.G.R. τ Β΄, 260) «Τὸ τοῦ Πατριάρχου κριτήριον ἐκκλήτω οὐχ υπόκειται, ουδέ ἀναψηλαφάται ὑφ’ ἑτέρου, ὡς ἀρχὴ καὶ αὐτῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων». Ἄν ὅμως ἐννοεῖ τὸ δεύτερο, τότε παραπληροφορεῖ, γιατὶ ὁ Σάρδεων Μάξιμος στὸ βιβλίο του «Τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον ἐν τῆ Ὀρθοδόξω Ἐκκλησία», (Θεσσ. 1972) ὑποστηρίζει ὅτι «Ἡ θέσις τοῦ Κωνσταντινουπόλεως οὐδαμῶς δύναται νὰ συγκριθὴ πρὸς τὴν τοῦ πάπα Ρώμης καὶ ἡ διδασκαλία περὶ τῶν πρεσβείων καὶ προνομίων τοῦ θρόνου αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ ταυτίζηται, ἐν οὐδεμία περιπτώσει, πρὸς τὴν θεωρίαν τοῦ παπισμοῦ, δίκην ἐπιδιωκομένου ἡ προβαλλομένου νέο-παπισμοῦ ἐν τῆ Ὀρθοδόξω Ἀνατολὴ… πάντοτε στὸ πλαίσιο τῆς συνοδικότητος καὶ τῆς συλλογικότητος…, ἔνθεν δὲ τῆς ἀρχῆς τῆς μὴ ἀναμίξεως εἰς τᾶς ἐσωτερικᾶς ὑποθέσεις τῶν ἄλλων Ἐκκλησιῶν (σ. 351)… ὡς πρῶτος καὶ κύριος ἐκπρόσωπος ἐν τῆ σειρὰ πάντων τῶν λοιπῶν πατριαρχῶν τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολῆς δὲν ἔχει μόνο τὰ ‘πρεσβεία τιμής’, ἀλλά καὶ τὰ πραγματικῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας… ἐπὶ γενικωτέρων ὅμως ἐκκλησιαστικῶν ζητημάτων καὶ ἐν τῆ κοινῆ πάντοτε μετὰ τῶν λοιπῶν πατριαρχῶν συνεργασία» (σ. 352). Ἐξουσία μέν, ἀλλὰ «ἐν τῆ κοινῆ πάντοτε μετὰ τῶν λοιπῶν πατριαρχῶν συνεργασία». Ἄν παραλήψουμε τὴν φράση αὐτὴ «ἐν τῆ κοινῆ πάντοτε μετὰ τῶν λοιπῶν πατριαρχῶν συνεργασία», εὔκολα τότε μπορεῖ νὰ παρανοηθεῖ ἐντελῶς ποιὰ ὄντως εἶναι ἡ «ἐξουσία» τοῦ Θρόνου τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἀλληλένδετη οὔσα μὲ τὴν «διακονία», καὶ ὄχι ὑπερεκκλησιαστικὴ ‘ἀνώτατου κριτοῦ’. Δὲν ἐκτελεῖ χρέη Πανορθόδοξης Συνόδου, καὶ δὲν τὴν ὑποκαθιστά, ἀλλὰ μόνο τὴν συγκαλεῖ ὡς πρόεδρος αὐτῆς.
Σὲ ἄλλο σημείο τοῦ ἴδιου ἄρθρου ὁ κ. Ἀ.Βαβούσκος σημειώνει ὅτι «Από μιά άλλη οπτική γωνία προσεγγίζει το ζήτημα του εύρους της δικαστικής εξουσίας του Οικουμενικού Πατριάρχη, ο Θ. Βαλσαμών (βλ. το σχόλιο υπό τον 3ο της Σαρδικής σε Σύνταγμα, ΙΙΙ, 237), του οποίου το σκεπτικό βρίσκεται πιο κοντά στην πρώτη και ορθότερη άποψη, που διατυπώθηκε από τον Α. Αριστηνό, αφού υποστηρίζει, ότι η ευρεία δικαστική εξουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη κατά τους 9ο και 17ο κανόνες στηρίζεται στους κανόνες 3, 4 και 5 της Σαρδικής, οι οποίοι αποδίδουν ευρύτατη δικαστική εξουσία στον Επίσκοπο Ρώμης». Ὡστόσο ὁ Βαλσαμὼν για τοὺς σχετικοὺς ἱ.κ. τῆς Σαρδικής ἐξηγεῖ ὅτι «οἱ κανόνες τῆς ἐν Καρθαγένη Συνόδου ἐπικυρώθησαν ὁρισμένως καὶ ὀνομαστικῶς ἀπὸ τὸν Β΄ κανόνα τῆς ἁγίας Στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἁπλῶς δὲ ἀπὸ τὸν Α΄ τῆς Δ΄ καὶ τὸν Α΄ τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἐπομένως ἡ ἀδιαίρετος Ἐκκλησία ἐδέχθη ὄτι τὰ ὑπὸ τοῦ Γ΄, Δ΄ καὶ Ε΄ κανόνων τῆς Σαρδικῆς, ὁριζόμενα ἀφοροῦσαν εἰδικὸ προνόμιο ποὺ ἀπενεμήθη στὸν τότε Ὀρθόδοξο ἐπίσκοπο τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης διὰ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν ὑπαγομένους Ἐπισκόπους καὶ μόνον καὶ ὄχι περὶ ἀναθέσεως ὑπερτάτης ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας σὲ αὐτόν». Ἐπίσης ἀναφέρει: «εἰδικὸν γὰρ ἐστὶ τοῦτο εἰς τᾶς ἐκκλησιαστικᾶς ὑποθέσεις τοῦ Πάπα καὶ κρατεὶν ὀφείλει ἔνθα ἐξεφωνήθη» (Σ.Γ.239). Δὲν μιλάει γιὰ εὐρεία δικαστικὴ ἐξουσία τῆς Ρώμης πέρα τῆς δικαιοδοσίας του, ἡ ὁποία μπορεῖ νὰ παρεχθεῖ μέσω τοῦ 3ουἱ.κ. τῆς Β΄ Οἰκ. Συνόδου στὸν Κωνσταντινουπόλεως (διὰ τοῦ ὁποίου παρέχονται στὸν Ἐπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως τὰ ἴσα πρεσβεία τιμῆς μὲ αὐτὰ τοῦ Ρώμης). Ἐπίσης ὁ Ζωναράς λέγει σχετικά: «Οὔτε οὖν τῆς ἐν Νικαία συνόδου ἐστὶν ὁ κανῶν, οὔτε πάσας τᾶς ἐκκλήτους ἀνατίθησι αὐτῶ, ἀλλὰ τῶν ὑποκειμένων αὐτῶ» (Σ.Γ.241). Ἐπομένως, ἡ ἀπαίτηση τοῦ τότε Ὀρθοδόξου ἐπισκόπου τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης γιὰ προνόμιο ὑπερτάτης ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ἔγινε δεκτὴ ἡ κανονικὴ διάταξη τῆς Συνόδου τῆς Καρχηδόνος διά τῆς Ἁγίας Στ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὅτι «θὰ ἀφορίζονται οἱ κληρικοὶ ἑτέρου ἐκκλησιαστικοῦ κλίματος ποὺ θὰ ἐκκαλοῦν ἐνώπιον τοῦ ἐπισκόπου τῆς πρεσβυτέρας Ρώμης τᾶς ὑποθέσεις των», ἐπιπλέον ἀποδεικνύει αὐτό. Ἀκόμα ὁ Βαλσαμὼν στὴν «μελέτη χάριν τῶν πατριαρχικῶν προνομίων» ὑποστηρίζει γενικῶς ὅτι δὲν ὑπάρχουν κανονικὰ προνόμια μεταξὺ τῶν Πατριαρχείων πέρα τῶν ὁρίων δικαιοδοσίας τους: «ἕκαστος γὰρ τῶν Πατριαρχῶν, τὴν μὲν ἀπονεμηθεῖσαν αὐτῷ διοίκησιν ἐνεργήσει μονοειδῶς, ἵνα μὴ συγχέωνται τῶν ἁγίων Ἐκκλησιῶν τὰ προνόμια… καντεῦθεν οὐδὲ ἔχει τὶς ἕτερος οἰκείῳ δικαίῳ ἐνορίαν, ἢ ἄλλο τί δίκαιον ἱερατικόν, ἀλλ’ ἐκεῖ­νο καὶ μόνον τὸ μέρος τῆς διοικήσεως ἱερατικῶς ἐνεργεῖ, τὸ δοθὲν αὐτῷ παρὰ τῆς πατριαρχικῆς θείας μεγαλιότητος… τῶν πέντε κεφαλῶν ἡ μὲν ἐνέργεια καὶ τὰ προνόμια ταυτίζονται…».
Συνεχίζει τὸ ἄρθρο: «Αυτό, πάντως, που θα πρέπει εδώ να επισημανθεί είναι ότι, ανεξαρτήτως του καιρικού ή μη χαρακτήρα των κανόνων Γ΄, Δ΄ και Ε΄ της Σαρδικής και του πιθανώς εσφαλμένου της διαδικασίας, η οποία προβλέπεται για την επανάκριση μιας υποθέσεως, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι οι κανόνες αυτοί πράγματι προβλέπουν ευρεία δικαστική εξουσία στον επίσκοπο Ρώμης. Το αναμφισβήτητο αυτό γεγονός φαίνεται ότι είχαν υπόψη τους οι Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής συνόδου και χρησιμοποίησαν ως υπόδειγμα, βελτιωμένο όμως και σύμφωνο απολύτως με την αρχή της κανονικής δικαιοδοσίας (βλ. προαιρετική και όχι υποχρεωτική προσφυγή στον Οικουμενικό Πατριάρχη προς επανάκριση της υποθέσεως) για την προικοδότηση του Προκαθημένου της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως». Ἡ προαιρετικὴ καὶ ὄχι ὑποχρεωτικὴ προσφυγὴ στὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη δὲν συνηγορεῖ στὴν εὐρεία δικαστικὴ ἐξουσία του, ἀλλὰ στὰ ὅσα παραθέσαμε μόλις παραπάνω.
Συμπεράσματα: Λάθος καὶ Σωστό.
Στὴ συνέχεια καθῶς τελειώνει τὸ ἄρθρο, ἀναφέρεται ὅτι «η αποδοχή του εκκλήτου συνεπάγεται την κατάργηση της ισχύος της ποινής, που είχε επιβληθεί από το κατώτερο δικαστήριο», ὅπου εἶναι ἐμφανὲς τὸ ἀβάσιμο συμπέρασμα, καθῶς τὸ Πατριαρχεῖο τῆς Μόσχας ποὺ καθαίρεσε τὸν Μητροπολίτη Φιλάρετο δὲν εἶναι κατώτερο δικαστήριο, ἀλλὰ ὅπως ἀποδεικνύεται ἀπὸ τὰ ὅσα παραθέτονται παραπάνω ἰσότιμο δικαστήριο, καὶ αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τοῦ ἐκκλήτου καθίσταται ἀντικανονική, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς ἐκκλησιαστικοῦ ἔθους (ἀφοῦ δὲν ξανάγινε ἡ ἐπαναφορὰ στὴν κανονικότητα σχισματικῶν μετὰ ἀπὸ τριάντα χρόνια ἀπὸ ἄλλη τοπικὴ Ἐκκλησία ἀπὸ αὐτὴν ποὺ καθαιρέθηκαν, χωρὶς ἴχνος μετανοίας). Γιὰ τὰ ὅσα τελευταία ἀκολουθοῦν, οὐδὲν σχόλιο: «Πλέον, καθολική ισχύ έχει η απόφαση που ανακαλεί την ποινή της καθαιρέσεως, η οποία για τον λόγο αυτόν είναι δεσμευτική για όλη την Ορθοδοξία, όσοι δε αρνούνται να την εφαρμόσουν, διαπράττουν το παράπτωμα της παραβιάσεως δικαστικής αποφάσεως. Ανακεφαλαιώνοντας, ο Οικουμενικός Πατριάρχης και η περί Αυτόν Αγία και Ιερά Σύνοδος ενήργησαν στην περίπτωση του Φιλάρετου Ντενισένκο και των ‘σύν αὐτῷ’ συμφώνως προς τους ιερούς κανόνες»…!
Αὐτὰ τὰ συμπεράσματα ἐπαναλαμβάνονται καὶ στὸ ἄρθρο τοῦ κ. Ἀ.Βαβούσκου «Περί του κύρους της χειροτονίας του Μητροπολίτη Επιφανίου», ὅπου καὶ σὲ αὐτὰ βασίζεται ἡ ὅλη ἐκεῖ ἐπιχειρηματολογία του. Στὴ συνέχεια καταλήγει ὅτι: «Η αναδρομική αυτή αποκατάσταση, έχοντας και ως απώτερο στόχο την θεραπεία του Σχίσματος στην Ουκρανική Εκκλησία, ‘συμπαρέσυρε’ στην αναδρομική κανονικότητα και όλες τις πράξεις, τις οποίες διενήργησε ο Φιλάρετος Ντενισένκο μετά την καθαίρεσή του, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και η χειροτονία του νυν Μητροπολίτη Επιφανίου». Καὶ διερωτάται κανεῖς: «καλὰ, νὰ δεχθοῦμε ὅτι οἱ καθαιρεμένοι μὲ μιὰ ἁπλὴ ἀπόφαση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, μὴ λαμβάνοντας ὑπόψιν του καμιὰ ἄλλη τοπικὴ Ἐκκλησία, οὔτε κὰν τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, καὶ χωρὶς καμιὰ ἔνδειξη μετανοίας, ἀποκαταστάθηκαν, ἀλλὰ ὅμως τὶ συνέβη μὲ τοὺς ἄλλους σχισματικοὺς, τοὺς ἀχειροτόνητους; Πῶς, ‘μαγικῶ τῶ τρόπω’ βρέθηκαν στὸ ἀρχιερατικὸ ἀξίωμα μαζὶ καὶ αὐτοί;».
Καὶ καταλήγουμε νὰ θέσουμε τὸ ἐξῆς ἐρώτημα: «Μετὰ τὴν χορήγηση τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας στὶς ἀρχὲς τοῦ ἔτους καὶ τὴν ἐξ’ αἰτίας της ἐπιδείνωσης τῆς κατάστασης στὴν Οὐκρανία, ὅπου ἀκοῦμε καθημερινὰ διώξεις κατὰ τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας ὑπὸ τοῦ Μητροπολίτη Ὀνούφριου, μὲ ἐπόμενη κατάληξη τὴν ἐκβάθυνση τοῦ σχίσματος, εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἔγινε ὅλη αὐτὴ διαδικασία ποὺ κίνησε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο στὴν Οὐκρανία σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς κανόνες καὶ μέσα στὸ ὀρθόδοξο πνεῦμα ἑνότητας καὶ ἀλληλεγγύης τῆς Ἐκκλησίας μας;». Βοηθᾶς κάποιον πραγματικά, ὅταν τὸ κάνεις χωρὶς τὴν ἴδια ὥρα νὰ γίνεσαι γι᾿ αὐτὸ τὸ λόγο αἴτιος διωγμοῦ κάποιου ἄλλου, καὶ μάλιστα χωρὶς κανένα λογικὸ αἰτιολογικὸ (μόνο καὶ μόνο γιατὶ θέλει νὰ συνδέεται μὲ τοὺς ὁμόφυλους καὶ ὁμόδοξους ἀδελφούς του). Μόνο τότε βοηθᾶς εὐαγγελικὰ, καὶ μόνο τότε βοηθᾶς πραγματικά. Στὸ ἀποδεδειγμένο ἐκ τῶν πραγμάτων πλέον, ὀδυνηρὸ λάθος, ποὺ ἔκανε τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, ἄν εἴχε λάβει τὴν συγκατάθεση καὶ ἄλλων ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν γιὰ αὐτὴν τὴν ἐμπλοκή του στὴν δύσκολη καὶ εὐαίσθητη κατάσταση τῆς Οὐκρανίας, θὰ μοιραζόταν τώρα μαζί τους τὴν εὐθύνη γιὰ ὅτι συνέβηκε. Τώρα ὅμως, ποὺ ἐπιχείρησε νὰ λύσει τὸ οὐκρανικὸ ἐκκλησιολογικὸ πρόβλημα, ἀγνοῶντας ὅλους τοὺς ὑπολοίπους, τὴν εὐθύνη φέρει ἀποκλειστικὰ τὸ ἴδιο. Ἥ μόνη διέξοδος πλέον γιὰ νὰ ἐξελιχθοῦν πρὸς τὸ καλύτερο τὰ πράγματα, εἶναι νὰ προσπαθήσει τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο τὸ συντομότερο δυνατὸν νὰ σταματήσει τὸ νέο ἐπιπρόσθετο μαρτύριο, τὸ ὁποῖο μὲ ἀποκλειστικὰ δική του ὑπαιτιότητά ἐπωμίστηκαν οἱ Οὐκρανοὶ Ὀρθόδοξοι ἀδελφοί, ποὺ θέλουν νὰ διατηρήσουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ σχέση ποὺ ἔχουν μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας τοὺς τελευταίους τρεῖς αἰῶνες (καὶ ἄν γίνει κάποια μεταβολὴ σὲ αὐτή, ὅπως στὴν περίπτωση χορήγησης Αὐτοκεφαλίας, θὰ πρέπει νὰ γίνει σὲ στενὴ συμφωνία μαζί μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας), οἱ ὁποίοι ἀποτελοῦν τὴν πλειονότητα τοῦ οὐκρανικοῦ λαοῦ, συγκαλῶντας γι᾿ αὐτὸ τὸν σκοπὸ μιὰ Πανορθόδοξη Σύνοδο (ἤ Σύνοδο Προκαθημένων), ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ, ὅπως ἔχουν τὰ πράγματα τώρα, νὰ ἐπαναφέρει τὴν ἐκκλησιαστικὴ τάξη καὶ ἑνότητα στὴν Οὐκρανία, ποθητὴ ὄχι μόνο γιὰ τοὺς πιστοὺς ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαία γιὰ τὴν εἰρήνη τῆς οἰκουμενικῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ὅπως τὸ αἰτοῦνται καὶ μία μετὰ τὴν ἄλλη, οἱ τοπικὲς Ἐκκλησίες.
Εὐχαριστίες.
Εὐχαριστοῦμε τὸν κ. Ἀ. Βαβούσκο, γιατὶ στὰ ἄρθρα του, πέρα ἀπὸ τὴν ριζικὴ διαφωνία μας στὴν στάση του γιὰ τὸ Οὐκρανικό, περιέχονται ἀξιόλογα σημεία, ποὺ μὲ λίγο προσεκτικότερη ἁγιοπατερικὴ προσέγγιση, θὰ τὸν ὁδηγοῦσαν σὲ εὔστοχα καὶ ὀρθὰ συμπεράσματα, μὲ τὰ ὁποία ὡς καλὸς ἐπιστήμων πολὺ θὰ ὀφελοῦσε τὴν Ἐκκλησία.
Ευχαριστοῦμε τὸν σεβ. Μητροπολίτη Πειραιῶς κ. Σεραφεῖμ, τὸν σεβ. Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεο, τὸν π. Ἀναστάσιο Γκοτσόπουλο, τὸν π. Θεόδωρο Ζήση, τὸν  π. Γεώργιο Μεταλληνό, γιὰ τὰ πολύτιμα στοιχεία, ποὺ δημοσίευσαν στὰ σχετικὰ ἄρθρα τους.
Εὐχαριστοῦμε ὅλους ὅσους ἔχουν ἐκφραστεῖ δημοσίως, ἄφοβα καὶ εἰλικρινά, γιὰ τὶς ἐκκλησιαστικὲς ἐξελίξεις στὴν Οὐκρανία πρὸς τὸ κοινὸ συμφέρον τῶν πιστῶν.

Πηγὲς
  1. Ἀναστάσιος Βαβούσκος, «Οἱ ἔννοιες τοῦ ‘Αὐτοκέφαλου’ καὶ τοῦ ‘Αὐτόνομου’», ἀπὸ www.vavouskos.com.
  2. Ἀ.Βαβούσκος, «Τὸ Ζήτημα τῆς Παραχωρήσεως Αὐτοκεφάλου Καθεστώτος στὴν Τοπικὴ Εκκλησία τῆς Οὐκρανίας», ἀπὸ www.vavouskos.com.
  3. Ἀ.Βαβούσκος, «Ὁ Ἀποκλειστικὸς Χαρακτήρας τοῦ Δικαιώματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου περὶ Παραχωρήσεως Αὐτοκεφάλου», ἀπὸ www.vavouskos.com.
  4. Ἀ.Βαβούσκος, «Τελοῦν ὑπὸ Ἒγκριση οἱ Πράξεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου περὶ Παραχωρήσεως Αὐτοκεφάλου Καθεστῶτος;», ἀπὸ www.romfea.gr.
  5. Ἀ.Βαβούσκος, «Κανονικὴ προσέγγιση τῶν ἀποφάσεων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου σὲ σχέση μὲ τὸ ἔκκλητο», ἀπὸ www.romfea.gr.
  6. Ἀ.Βαβούσκος, «Περί τοῦ κύρους τῆς χειροτονίας τοῦ Μητροπολίτη Ἐπιφανίου», ἀπὸ www.romfea.gr.
  7. Μητρ. Πειραιώς κ. Σεραφείμ, «Το ουκρανικό ζήτημα και ειδικά ἡ επιστροφή στην κανονικότητα των σχισματικών της Ουκρανίας».
  8. Πρωτοπρ. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος, «Οὐκρανικὸ Αὐτοκέφαλο ἢ κακοκέφαλο;».
  9. Πρωτοπρ. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος, «Μικρὴ συμβολὴ στὸ διάλογο γιὰ τὸ Οὐκρανικὸ ‘Αὐτοκέφαλο’ (Α΄). Ὑπάγεται ἡ Οὐκρανία στὴ δικαιοδοσία τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου;».
  10. Πρωτοπρ. Ἀναστάσιος Γκοτσόπουλος, «Ἐκκλησιαστικὸ ἦθος καὶ… σαμοσφιὰτοι!. Νά χαιρόμαστε τόν νέον ‘προκαθήμενον’».
11. Πρωτοπρ. Θεόδωρος Ζήσης, «Τὸ Οὐκρανικό Αὐτοκέφαλο. Ἀπόκρυψη καὶ παρερμηνεία ἐγγράφων».
  1. Πρωτοπρ. Γεώργιος Μεταλληνός, «Όχι ‘πρωτείο εξουσίας’, αλλά ‘πρωτείον αληθείας’».
  2. Μητρ. Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, «Ιεροί Κανόνες και Οικουμενικό Πατριαρχείο».
  3. «Ἀπόφαση τῆς Ἱεράς Σύνοδος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου», 18 Φεβρουαρίου 19.
  4. Μητρ Κύκκου και Τηλλυρίας κ. Νικηφόρος, «Υπόμνημα προς την Ιερα Σύνοδο της Εκκλησίας της Κύπρου για το Ουκρανικό ζήτημα».
  5. «Ἀπόφαση τῆς Ιεράς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας», 7 Δεκεμβρίου 2018.
  6. «Ἀπόφαση τῆς Ιεράς Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Οὐκρανίας – ‘Ἡ Ἐκκλησία τῆς Οὐκρανίας Πατριαρχείου Μόσχας δὲν ἀναγνωρίζει τὴ Νέα Ἐκκλησία’», 17 Δεκεμβρίου 2018.
  7. Πατριάρχης Μόσχας κ. Κύριλλος στὴν Ιερὰ Σύνοδο της Ορθόδοξου Εκκλησίας της Ρωσίας, «τη σκανδάλη για την έναρξη των διώξεων κατά της Ουκρανικής Ορθοδοξίας πάτησε η Κωνσταντινούπολη», 29 Δεκεμβρίου 2018.
  8. Πατριάρχης Μόσχας κ. Κύριλλος, «Σταματήστε τώρα πριν είναι πολύ αργά», 31 Δεκεμβρίου 2018.
  9. «Ἀπόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ορθόδοξου Εκκλησίας της Σερβίας – ‘Δεν αποδεχόμαστε καμία κοινωνία με τους σχισματικούς της Ουκρανίας’», 6-7 Νοεμβρίου 2018.
  10. Πατριάρχης Αντιοχείας και πάσης Ανατολής κ. Ιωάννης, «Απαντητική επιστολή στον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο σχετικά με την χορήγηση Αυτοκεφαλίας στην Ουκρανία», 6 Ιανουαρίου 2019.
  11. Μητρ. Βολοκολάμσκ κ. Ιλαρίωνας, «Συνέντευξη στο Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων Romfea.gr», 20 Δεκεμβρίου 2018.
  12. Μητρ. Βολοκολάμσκ κ. Ιλαρίωνας, «Συνέντευξη στο Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων Romfea.gr», 7 Φεβρουαρίου 2019.
  13. Μητρ. Πολωνίας, ”Δεν αναγνωρίζω την νέα Εκκλησία της Ουκρανίας”.
  14. Μητρ. Μολδαβίας κ. Βλαδίμηρος, «Μετέτραψαν την Εκκλησία σε πολιτικό κόμμα».
  15. Αρχιεπ. Λευκορωσίας κ. Σεργκέι Λεπέν, «Η ‘νέα εκκλησία’ στην Ουκρανία είναι σχισματική».
  16. Ἐπιστολἐς Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας κ. Ἀναστασίου τῆς 10ης Οκτωβρίου 2018 καὶ τῆς 7ης Νοεμβρίου 2018 πρὸς τὸν Πατριάρχη Μόσχας Κύριλλο.
  17. «Η Εσθονική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας (EOC-MP) δεν αναγνώρισε τα αποτελέσματα της Ενωτικής Συνόδου».
  18. «Το Αγιο Ορος αρνήθηκε να παραβρεθεί στην ενθρόνιση του μητρ. Κιέβου», 29 Ιανουαρίου 2019.
  19. «Ανακοινωθέν Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Μόσχας σχετικά με την εκκλησιαστική κατάσταση στην Ουκρανία – ‘Να σταματήσει η δίωξη των πιστών στην Ουκρανία’», 26 Φεβρουαρίου 2019.
  20. π. Γεωργίου Μαξίμωφ, «Πόσο φοβερό είναι το ‘έλεος’ του Πατριάρχη!».
  21. Taras Melnick, «Η ‘ενωτική σύνοδος’ στο Κίεβο – συμπεράσματα και προοπτικές».
  22. Μητρ. Μπάτσκας κ. Ειρηναίος, «Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως έκανε το μεγαλύτερο λάθος στην ιστορία του Οικουμενικού Θρόνου».
  23. Γιώργος Παπαθανασόπουλος, «Βαθαίνει η εκκλησιαστική κρίση στην Ουκρανία».
  24. Δημήτρης Ἀναγνώστου, «Πῶς συνδέεται ἡ ψευδο-σύνοδος τῆς Κρήτης μέ τό φιάσκο τοῦ “αὐτοκεφάλου” ἐν Οὐκρανίᾳ».
  25. Ἕνας ἁγιορείτης κοινοβιάτης, «Μιά ἁπλή ‘ἀνάγνωση’ τοῦ Τόμου τῆς Αὐτοκεφαλίας».
  26. Παναγιώτης Μπούμης, «Παρατηρήσεις στον Τόμο Αυτοκεφαλίας της Ουκρανικής Εκκλησίας».
  27. Πρωθ. Νικόλαος Ντανιλέβιτς, «Ζούμε δύσκολες καί ομολογητικές στιγμές».